ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

MENU

Σελίδες

Η Αγία Γραφή

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Παΐσιος



Ιερομονάχου Ισαάκ

ΒΙΟΣ
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

OI ΚΑΤΑ ΣAΡKA KAI KATA ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΟΓΟΝΟΙ

Βάπτιση και ξερριζωμός

Στα Φάρασα της αγιοτόκου Καππαδοκίας, στις 25 Ιουλίου του 1924, ανήμερα της αγίας Άννης γεννήθηκε ο Γέροντας.
Στην βάπτιση οι γονείς του ήθελαν να τον ονομάσουν Χρήστο, στο όνομα του παππού. Ο όσιος Αρσένιος όμως είπε στην γιαγιά του: «Έ, Χατζηαννά1, τόσα παιδιά σου βάπτισα! Δεν θα δώσεις και σε ένα το όνομά μου;». Και στους γονείς είπε: «Καλά, εσείς θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Και γυρίζοντας στη νουνά1 της λέγει: «Αρσένιο να πής». Του έδωσε δηλαδή το όνομά του και την ευχή του, και προείδε ότι θα γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε2.
Το έτος που γεννήθηκε ο Γέροντας έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ξερριζώθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας από τις πατρογονικές του εστίες. Πήρε και η οικογένεια του Γέροντα μαζί με τους άλλους Φαρασιώτες και τον όσιο Αρσένιο τον δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Στο καράβι μέσα στον συνωστισμό κάποιος πάτησε το βρέφος (Αρσένιο) που κινδύνεψε να πεθάνη. Αλλά ο Θεός κράτησε στην ζωή τον εκλεκτό Του, γιατί έμελλε να γίνη χειραγωγός πολλών ψυχών στην βασιλεία των Ουρανών. Ο Γέροντας βέβαια από ταπείνωση έλεγε αργότερα: «Αν είχα πεθάνει τότε, που είχα την χάρι του Βαπτίσματος, θα με έρριχναν στην θάλασσα να με φάνε τα ψάρια, και τουλάχιστον θα μου έλεγε «ευχαριστώ» κανένα ψαράκι, και θα πήγαινα στον παράδεισο». (Ήθελε δηλαδή να πή ότι τώρα που έζησε δεν έκανε τίποτε).



Έμειναν για λίγο στον Πειραιά. Έπειτα μεταφέρθηκαν στο κάστρο της Κερκύρας, όπου εκοιμήθη και ετάφη ο όσιος Αρσένιος, σύμφωνα με την πρόρρησή του: «Εγώ θα ζήσω σαράντα ημέρες στην Ελλάδα και θα πεθάνω σε ένα νησί». Μετακόμισαν στην συνέχεια σε χωριό της Ηγουμενίτσας και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Κόνιτσα.
Τον νεοφώτιστο Αρσένιο, βρέφος σαράντα ημερών, οι γονείς του τον έφεραν στην μητέρα Ελλάδα, άγνωστο τότε ανάμεσα στα πλήθη των προσφύγων. Αυτόν που μετά από χρόνια θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο και θα ωδηγούσε πλήθη ανθρώπων στην θεογνωσία. Από τις πρώτες ημέρες γνώρισε τον πόνο και τα βάσανα των ανθρώπων. Αργότερα, ο ίδιος θα γινόταν λιμάνι παρηγοριάς σε χιλιάδες βασανισμένες ψυχές.



ΑΣKΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ

Ανατροφή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου»

Ο μικρός και ευλογημένος Αρσένιος, μαζί με το γάλα που θήλαζε, μάθαινε από τους γονείς του και την ευλάβεια προς τον Θεό. Αντί για παραμύθια και ιστορίες του μιλούσαν για τον βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυμασμός και αγάπη για τον Χατζεφεντή, όπως αποκαλούσαν τον όσιο Αρσένιο. Από μικρός ήθελε να γίνη και αυτός μοναχός, για να μοιάση τον Άγιό του.
Το πρόσωπο που μετά τον όσιο Αρσένιο επηρέασε ευεργετικά όλη του την ζωή ήταν η μητέρα του, προς την οποία αισθανόταν ιδιαίτερη αγάπη και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Από αυτήν διδάχθηκε την ταπεινοφροσύνη. Τον συμβούλευε να μην θέλη να νικά τους συμμαθητές του στα παιχνίδια και ύστερα να υπερηφανεύεται, ούτε να επιδιώκη να μπαίνη πρώτος στην γραμμή, γιατί ήταν το ίδιο, είτε πρώτος, είτε τελευταίος έμπαινε.

Επί πλέον του έμαθε την εγκράτεια˙ να μην τρώγη πριν από την ώρα του φαγητού. Τήν παράβαση την θεωρούσε ως πορνεία.
Επίσης τον βοήθησε να αποκτήση απλότητα, εργατικότητα, νοικοκυροσύνη και προσοχή στην συμπεριφορά του προς τους άλλους, και τον προέτρεπε να μην αναφέρη καθόλου το όνομα του πειρασμού (διαβόλου).

Δυό φορές την ημέρα όλη η οικογένεια προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι. Η μητέρα του όμως συνέχιζε να προσεύχεται και όταν έκανε τις εργασίες του σπιτιού λέγοντας την ευχή.
Τέτοια ήταν η ευλάβεια των γονέων του, ώστε και στα αλώνια έπαιρναν μαζί τους αντίδωρο.
Ο μικρός Αρσένιος, με το ενδιαφέρον και την εξυπνάδα που είχε, εύκολα αφωμοίωνε ό,τι καλό άκουγε από τους γονείς του.
Ακολουθώντας το παράδειγμά τους έμαθε να νηστεύη, να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται. Ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογενείας. «Ο μεν πατέρας μου», έλεγε αργότερα ο Γέροντας, «με αγαπούσε, γιατί είχα κλίση στα τεχνικά και έπιαναν τα χέρια μου, η δε μητέρα μου για την ψεύτικη (λίγη, μικρή) ευλάβεια που είχα».



Παιδικές ασκήσεις
Όταν έμαθε να διαβάζη καλά, βρήκε την Αγία Γραφή και μελετούσε κάθε ημέρα το Τετραβάγγελο. Εύρισκε επίσης βίους Αγίων και εντρυφούσε. Είχε μαζέψει ένα κουτί με βίους. Μόλις γύριζε από το σχολείο, δεν ήθελε ούτε να φάη. Πρώτα πήγαινε, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε και διάβαζε τους βίους των Αγίων. Ο μεγαλύτερός του αδελφός τους έκρυβε, αν και ευλαβής, διότι δεν ήθελε να ασχολήται ο μικρός Αρσένιος πολύ με τα εκκλησιαστικά, για να μην παραμελή τα μαθήματα. Ο Αρσένιος δεν έλεγε τίποτε. Εύρισκε άλλους βίους Αγίων και τρεφόταν πνευματικά. Κάποτε ο μεγάλος του αδελφός θαύμασε, βλέποντάς τον να διαβάζη τον βίο κάποιου αγνώστου Αγίου, που πρώτη φορά μάθαινε το όνομά του: «Πού τον βρήκες πάλι αυτόν τον Άγιο;», τον ρώτησε με απορία.

Η ευλαβής Κονιτσιώτισσα Καίτη Πατέρα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, αναφέρει για τον Αρσένιο: «Είχε πολύ ενδιαφέρον για την Εκκλησία. Τον ρώτησα κάποτε:
- Παιδί μου, έφαγες τίποτε σήμερα;
- Δεν έφαγα. Τι να φάω, αφού η μητέρα μου τα βράζει όλα τα φαγητά στην ίδια κατσαρόλα, και το κρέας και τα νηστήσιμα. Η ίδια κατσαρόλα απορροφά˙ δεν μπορώ να φάω.
-Παιδί μου, αφού η μάννα σου είναι τόσο καθαρή και την πλένει καλά με αλισίβα.
- Δεν μπορώ να φάω από αυτά, απαντούσε.
»Και νήστευε, νήστευε συνέχεια και αποτραβιόταν μοναχός του για να προσεύχεται».
Μαρτυρεί και ο αδελφός του: «Ο Αρσένιος από την δευτέρα Δημοτικού διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε όπως τα άλλα παιδιά».

Η έμφυτη μοναχική του κλίση εκδηλώθηκε ενωρίς. Αισθανόταν αγάπη μεγάλη προς τον Θεό και η προσευχή του ήταν εκδήλωση αυτής της αγάπης. Στις μεγάλες γιορτές παρέμενε άγρυπνος, άναβε το καντηλάκι και προσευχόταν όρθιος όλη τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τον εμπόδιζε. Όταν σηκωνόταν τις νύχτες να διαβάση το Ψαλτήρι, δεν τον άφηνε. Τον έβαζε κάτω από τις κουβέρτες. Γενικά η τακτική του αδελφού του όχι μόνο δεν έκαμψε τον ζήλο του, αλλά αύξησε την αγάπη του προς τον Θεό.
Όταν τον ρωτούσαν, τι θα γίνει όταν μεγαλώση, ο Αρσένιος απαντούσε σταθερά: «Καλόγηρος». Οικονόμησε ο Θεός και πήρε από μικρός την καλή στροφή, γι αυτό δεν είχε ταλαντεύσεις στην εκλογή του. Για τον Αρσένιο ένας δρόμος ανοιγόταν μπροστά του, η αγγελική ζωή των μοναχών.
Ό,τι διάβαζε στα Συναξάρια προσπαθούσε να το εφαρμόση. Διάβασε πως, όταν φοβάσαι σε έναν τόπο, πρέπει να συχνάζης εκεί για να διώξης τον φόβο. Επειδή φοβόταν όταν περνούσε από το κοιμητήρι, αποφάσισε να πάη εκεί τη νύχτα, για να του φύγη ο φόβος. Ήταν τότε στην τετάρτη τάξη του Δημοτικού.



«Είδα», διηγήθηκε, «από την ημέρα έναν άδειο τάφο. Μόλις νύχτωσε η καρδιά μου χτυπούσε, αλλά πήγα και μπήκα στον τάφο. Στην αρχή ήταν δύσκολο, αλλά μετά συνήθισα. Κάθησα αρκετή ώρα και εξοικειώθηκα. Πήρα θάρρος και άρχισα να γυρίζω από μνήμα σε μνήμα, αλλά πρόσεχα να μη με δουν και με περάσουν για φάντασμα. Αυτό ήταν˙ πήγα τρία βράδυα και έμεινα μέχρι αργά στο κοιμητήρι και μου έφυγε ο φόβος».
Διηγήθηκε και το εξής: «Όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο, διάβαζα τους βίους των Αγίων και επιθυμούσα από τότε να γίνω ασκητής. Έβγαινα συχνά έξω από το χωριό. Ήμουν τότε ένδεκα χρονών. Μιά μέρα επεσήμανα έναν βράχο μεγάλο. Πρωί-πρωί ξεκίνησα για να ανεβώ, να γίνω στυλίτης. Πήγα˙ ήταν ψηλός ο βράχος. Ανέβηκα με δυσκολία και άρχισα να προσεύχωμαι. Εξάντλησα όλες μου τις δυνάμεις και μετά άρχισα να σκέπτωμαι: «Οι ερημίτες είχαν ρίζες και έτρωγαν˙ λίγο νεράκι, έναν χουρμά. . . Εσύ δεν έχεις τίποτε εδώ πάνω στον βράχο. Πως θα ζήσεις;». Τέλος, αποφάσισα να κατέβω, αλλά ήδη είχε νυχτώσει. Το κατέβασμα ήταν πιο δύσκολο, γιατί δεν έβλεπα. Με μεγαλύτερη δυσκολία κατέβηκα. Η Παναγία με φύλαξε και δεν τσακίστηκα στα βράχια».
Η αδελφή του Χριστίνα θυμάται ότι, ενώ κάποτε οι γονείς τους ήταν στο χωράφι, άρχισε να βρέχη. Ο Αρσένιος τους σκεφτόταν που βρέχονταν. Πήρε τα δύο μικρότερα αδέλφια του, πήγαν στο εικονοστάσι, γονάτισαν, έκαναν προσευχή και η βροχή σταμάτησε. Όταν έπεφταν κεραυνοί, συνήθιζε να λέγη: «Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος».
Θεοπτία
Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από ένδεκα χρονών διάβαζα βίους Αγίων και έκανα νηστείες και αγρυπνίες. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έπαιρνε και έκρυβε τους βίους. Δεν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στο δάσος και συνέχιζα. Κάποιος φίλος του τότε, ο Κώστας, του είπε: «Θα σου τον κάνω να τα παρατήση όλα».

»Ήρθε και μου ανέπτυξε την θεωρία του Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε και είπα: «Θα πάω να προσευχηθώ, και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου παρουσιαστή να πιστέψω. Μιά σκιά, μια φωνή, κάτι θα μου δείξει». Τόσο μούκοβε. Πήγα και άρχισα μετάνοιες και προσευχή για ώρες, αλλά τίποτε. Στο τέλος τσακισμένος σταμάτησα. Μού ήρθε τότε στην σκέψη κάτι που μούχε πει ο Κώστας: «Παραδέχομαι ότι ο Χριστός είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, δίκαιος, ενάρετος, τον οποίο εμίσησαν από φθόνο για την αρετή του και τον καταδίκασαν οι συμπατριώτες του». Τότε είπα: «Αφού είναι τέτοιος, και άνθρωπος να ήταν, αξίζει να τον αγαπήσω, να τον υπακούσω και να θυσιασθώ γι Αυτόν. Δεν θέλω ούτε παράδεισο, ούτε τίποτε. Για την αγιότητά του και την καλωσύνη του αξίζει κάθε θυσία». (Καλός λογισμός και φιλότιμο).

»Ο Θεός περίμενε την αντιμετώπισή μου. Ύστερα από αυτό παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε άφθονο φως. Φαινόταν από την μέση και πάνω. Μέ κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται». Τα λόγια αυτά ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοικτό στο αριστερό χέρι Του».
Το γεγονός αυτό διέλυσε στον δεκαπενταετή Αρσένιο τους λογισμούς αμφιβολίας, που τάραζαν την παιδική του ψυχή, και γνώρισε με την χάρι του Θεού τον Χριστό ως Θεό αληθινό και Σωτήρα του κόσμου. Βεβαιώθηκε για τον Θεάνθρωπο, όχι από άνθρωπο ή από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, που του αποκαλύφθηκε και μάλιστα σε τέτοια ηλικία. Στερεωμένος πλέον στην πίστη μονολογούσε: «Κώστα, άμα θέλης τώρα, έλα να συζητήσουμε».



Φροντίδα για τους άλλους

Ο Αρσένιος με την προσεκτική ζωή και τις συμβουλές του βοήθησε πνευματικά και άλλους νέους. Συναναστρεφόταν συνήθως με μικρότερα παιδιά. Τα συγκέντρωνε στην αγία Βαρβάρα, διάβαζαν βίους Αγίων και τα παρακινούσε να κάνουν μετάνοιες και να νηστεύουν. Μερικές μητέρες ανησύχησαν και απέτρεπαν τα παιδιά τους να τον συναναστρέφωνται. Οι γονείς ενός παιδιού με το οποίο εργαζόταν στον ίδιο μάστορα και προσεύχονταν μαζί, φοβήθηκαν μη γίνη καλόγηρος και δεν τον άφηναν να έχη σχέση με τον Αρσένιο ούτε να αγωνίζεται. Αργότερα πήγε να εργασθή στην Γερμανία και σκοτώθηκε. Οι γονείς του αισθάνθηκαν τύψεις και έλεγαν: «Καλύτερα να είχε γίνει καλόγηρος». Κάποιο παιδί, που καταγόταν από τα Φάρασα, ήθελε ο Αρσένιος να το πάρη μαζί του για μοναχό και προσπαθούσε να πείση την μητέρα του. Άλλον νέο τον στήριξε να γίνη ιερέας. Κληρικός καταγόμενος από την Κόνιτσα ομολογεί ότι βοηθήθηκε στην μοναχική του κλίση από τον λαϊκό ακόμη Αρσένιο.

Είχε ενδιαφέρον και πόθο μεγάλο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Θεό. Κάποιον γέρο βοσκό, που ζούσε μόνος πάνω στα βουνά και είχε πάει στην Εκκλησία δύοτρεις φορές σε όλη του την ζωή, ο Αρσένιος τον πλησίασε και φρόντισε να τον φέρη κοντά στον Χριστό.
Στήν Κόνιτσα κάποιος Μουσουλμάνος ονόματι Μπαϊράμης είχε άρρωστη την μητέρα του. Ο μικρός Αρσένιος πήγαινε τη νύχτα και βοηθούσε την άρρωστη. Ο Μπαϊράμης εξέφρασε την επιθυμία να γίνη Χριστιανός.
Τα λίγα χρήματα που έπαιρνε ως μαθητευόμενος ξυλουργός, τα μοίραζε ελεημοσύνη σε φτωχά παιδιά του ορφανοτροφείου. Έφερνε και στο σπίτι τους φτωχά παιδιά για φαγητό.

Ο κ. Χατζηρούμπης Απόστολος, Κονιτσιώτης, αναφέρει: «Ο Αρσένης ήταν ο μόνος που προτιμούσε να αδικήται παρά να αδική. Είχε πάντα στην τσέπη του ένα θρησκευτικό βιβλίο που το διάβαζε συχνά. Θυμάμαι τον ζήλο του να εξασφαλίση ακροατήριο από τον παιδικό κόσμο, αντί οποιουδήποτε τιμήματος, όπως λ. χ. να αναλαμβάνη την φύλαξη των ζώων μας, να γίνεται νεροκουβαλητής μας, κ. α. , αρκεί εμείς να τον προσέχαμε, όταν μας διάβαζε την Αγία Γραφή.

»Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πάθος του να χρωματίζη αυτά που έλεγε, όταν αναφερόταν στην σταυρική θυσία του Χριστού. Γινόταν τόσο παραστατικός, ώστε κατώρθωνε να αποσπά την προσοχή και των πιο ζωηρών παιδιών. Έβλεπα κατακάθαρα στο νεανικό του πρόσωπο την ικανοποίηση και την αγαλλίασή του, γιατί μπορούσε να διδάσκη τον λόγο του Κυρίου σε τόσο αγνό ακροατήριο. Από όσο θυμάμαι αυτή την τακτική την συνέχισε τέσσερα με πέντε χρόνια μέχρι που πήγε στρατιώτης».
Ο Αρσένιος πέρασε τα νεανικά του χρόνια με αμεριμνία και αγώνες ασκητικούς. Έπειτα ήρθαν τα δύσκολα χρόνια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, της Κατοχής και του ανταρτοπολέμου. Τότε πέρασε πολλές δυσκολίες και κινδύνους.
Στόν ανταρτοπόλεμο τον συνέλαβαν οι κομμουνιστές αιχμάλωτο και τον φυ-λάκισαν. Κακοπάθησε όσο διάστημα έμεινε στην φυλακή και υπέφερε από τις ψείρες και το πολύ στρίμωγμα. Σε ένα μικρό δωμάτιο έβαλαν πολλούς. Όταν ξάπλωναν ο τελευταίος έμπαινε σαν σφήνα ανάμεσά τους.
Δοκιμάστηκε και ηθικώς, γιατί τον έκλεισαν σε ένα δωμάτιο μόνο του και ύστερα έβαλαν δύο αντάρτισσες σχεδόν γυμνές. Προσευχήθηκε έντονα επικαλούμενος την Παναγία και αμέσως ένιωσε «δύναμιν εξ ύψους», που τον ενίσχυσε και τις έβλεπε με απάθεια σαν αδελφές του, όπως ο Αδάμ την Εύα στον παράδεισο. Τις μίλησε με τρόπο καλό. Εκείνες ήρθαν σε συναίσθηση, ντράπηκαν και έφυγαν κλαίγοντας.

Αν και ο πόλεμος έκανε τον Αρσένιο να αναβάλη την αναχώρησή του, όμως ο ζήλος του δεν ψυχράνθηκε. Στους αγώνες και στις ασκήσεις προσέθετε νέους αγώνες και υψηλότερες ασκήσεις. Έβλεπε τα εθνικά πράγματα σε άσχημη κατάσταση. Σε λίγο θα τον καλούσαν να υπηρετήση την Πατρίδα. Στο εξωκκλήσι της αγίας Βαρβάρας παρακάλεσε την Παναγία: «Ας ταλαιπωρηθώ, ας κινδυνεύσω, μόνο να μη σκοτώσω άνθρωπο, και ν αξιωθώ να γίνω μοναχός».
Τότε έκανε τάμα, αν τον διαφυλάξη η Παναγία στον πόλεμο, να υπηρετήση για τρία χρόνια το Μοναστήρι της που το έκαψαν οι Γερμανοί, και να βοηθήση να κτισθή πάλι η Ιερά Μονή Στομίου.


ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΙΣ ΜΟΝΕΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Αγώνες αρχαρίου

Ο Αρσένιος προσήλθε στην ιερά Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους που τότε δεν είχε γίνει ζηλωτική για να μονάση. Έχοντας πρότυπα τους οσίους Πατέρες, προσπαθούσε να τους μιμηθή. Έβαλε ως θεμέλιο της μοναχικής ζωής την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή και επιδόθηκε σε αγώνες υπέρ την αντοχή του.
Τις ημέρες κοπίαζε σωματικά και τις νύχτες παρέμενε άϋπνος, προσευχόμενος και δοξολογώντας τον Θεό. Αισθανόταν μεγάλη κούραση, αλλά ήταν ανυποχώρητος στην άσκηση. Συνεχώς πρόσθετε νέους αγώνες, πάντα με ευλογία και παρακολούθηση από τον Ηγούμενο. Όλα τα έκανε με χαρούμενη διάθεση.

Έλεγε: «Κάναμε πολύ σκληρή δουλειά στον τόρνο όλη την ημέρα. Το βράδυ πήγαινα στο Αρχονταρίκι και βοηθούσα μέχρι τις 10 ή 11 η ώρα. Δεν μου έμενε χρόνος ούτε για πνευματικά. Γι αυτό στην συνέχεια, όταν πήγαινα στο Κελλί μου, δεν κοιμόμουν, μόνο έβαζα ένα τέταρτο τα πόδια ψηλά για να ξεκουραστούν λίγο και να κατέβη το αίμα (που μαζευόταν από την πολύωρη ορθοστασία). Μετά στεκόμουν όρθιος σε μια λεκάνη με νερό, για να μη με παίρνη ο ύπνος, και έκανα τα κομποσχοίνια. Κοιμόμουν μισή μέχρι μία ώρα, και μετά πήγαινα στην ακολουθία για να διαβάσω το Μεσονυκτικό. Και επειδή είχα τον λογισμό, μήπως δεν θα κατάφερνα αργότερα να κάνω τα καθήκοντα του μεγαλοσχήμου, ζήτησα ευλογία από τον Ηγούμενο και μου έδωσε, να κάνω τον κανόνα του μεγαλοσχήμου από δόκιμος. Όχι από εγωισμό, αλλά μήπως δεν μπορέσω να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις του Σχήματος. Δεν τάκανα με υπερηφάνεια. «Αν δεν μπορώ», έλεγα, «να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου».
Στην Εκκλησία δεν καθόταν καθόλου. Στεκόταν όρθιος στο στασίδι. Πήγαινε καμμιά φορά να τον κλέψη ο ύπνος και αμέσως τιναζόταν.

Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά. Είχε τόση υγρασία στο Κελλί, που η μούχλα γινόταν σαν βαμβάκια στους τοίχους. Όταν το κρύο ήταν ανυπόφορο, είχε ένα δέρμα ζώου, από αυτά που έκανε τα σαμάρια, και τύλιγε τα πόδια του. Δούλευε έξω στο κρύο μόνο με το ζωστικό, και έβαζε από μέσα ένα χαρτί για να τον προστατεύη λίγο.
Πριν από την Μεγάλη Σαρακοστή είχαν τυπικό στο Μοναστήρι να δίνουν σε όλους τους πατέρες από ένα κουτί γάλα. Και εκείνο ο Αρσένιος δεν το έπινε, αλλά το έδινε στον γερο-Νικήτα που ήταν προφυματικός. Στη νηστεία τα φασόλια δεν τα μασούσε καλά, για να αργούν να χωνέψουν και έτσι να τον κρατούν κάπως. Κοιμόταν για άσκηση κάτω στις πλάκες και άλλες φορές στα τούβλα, που «ήταν πιο φιλάνθρωπα». Άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται αντιληπτή στους πατέρες η άσκηση και η ευλάβειά του. Οι ιερείς τον προτιμούσαν να τους ψάλλη στα παρεκκλήσια.
Δαιμονικές εμφανίσεις
Ο διάβολος δεν αρκείτο μόνο στον πόλεμο των λογισμών, αφού μάλιστα δεν μπορούσε με αυτούς να ανακόψη την αγωνιστικότητά του. Παρουσιαζόταν και αισθητώς. Τον έβλεπε οφθαλμοφανώς και συνωμιλούσαν. Προσπαθούσε ο πειρασμός με κάθε τρόπο να τον εκφοβίση και να τον εμποδίση από τους αγώνες του. Φαίνεται ότι από την πείρα του καταλάβαινε τι θα γινόταν αυτός ο αρχάριος.
Ο δόκιμος Αρσένιος δεν ταρασσόταν ούτε φοβόταν από την παρουσία του διαβόλου. Έλεγε: «Νάρχεσαι, διότι μου κάνεις καλό. Μέ βοηθάς να θυμάμαι τον Θεό, όταν τον ξεχνώ, και να προσεύχωμαι».

Αργότερα σχολίαζε ο Γέροντας: «Πού να μείνη ο πειρασμός! Εξαφανιζόταν αμέσως. Δεν είναι χαζός να προξενή στεφάνια στον μοναχό».
- Γέροντα, πειρασμό εννοείτε τους λογισμούς; τον ρώτησε με αφέλεια κάποιος μοναχός.
- Βρέ, πειρασμός! (διάβολος)˙ καταλαβαίνεις; Τι λογισμοί;
Ο δόκιμος Αρσένιος με την ευστροφία του «ενίκησε δαιμόνων πανουργίαν δι ανθρωπίνης επινοίας».

Ρασοευχή
Στις 27 Μαρτίου 1954 μετά από την κανονισμένη δοκιμασία εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Ο Ηγούμενος του πρότεινε να λάβη το Μεγάλο Σχήμα, αλλά δεν δέχθηκε. Ανέφερε: «Αν και μπορούσα να γίνω αμέσως μεγαλόσχημος, διότι μου είπαν: «Εσύ Στρατό τελείωσες, δεν σε εμποδίζει τίποτε», είπα: «Αρκεί η ρασοευχή». Θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο, αλλά και δεν ήθελε να δεσμευθή με τις υποσχέσεις του Μεγάλου Σχήματος, εξ αιτίας της αγάπης του για την ησυχαστική ζωή που επιθυμούσε.

Επίσκεψη της θείας χάριτος
Την τραχύτητα της ασκήσεως ήρθε να γλυκάνη ένα πρωτόγνωρο γεγονός, η επίσκεψη της θείας χάριτος. «Όταν είχαν σωθή τελείως οι μπαταρίες (εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις)», διηγήθηκε, «έζησα ένα γεγονός: Μιά νύχτα, ενώ προσευχόμουν όρθιος, ένιωσα κάτι να κατεβαίνη από πάνω και να με περιλούζη ολόκληρο. Αισθανόμουν μια αγαλλίαση και τα μάτια μου έγιναν δύο βρύσες που έτρεχαν συνέχεια δάκρυα. Έβλεπα και ζούσα αισθητά την χάρι. Μέχρι τότε, συγκινήσεις και τέτοια είχα αισθανθή πολλές φορές, αλλά τέτοιο πράγμα πρώτη φορά μου συνέβη. Ήταν τόσο δυνατό πνευματικά αυτό το γεγονός, ώστε με στήριξε και κράτησε για δέκα περίπου χρόνια μέχρι που αργότερα στο Σινά, έζησα μεγαλύτερες καταστάσεις με άλλον τρόπο».

Ευλογίες από την Παναγία
Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Ήμουν άγρυπνος και νηστικός και περίμενα το «μοτόρι», στον αρσανά της Ιβήρων. Από την εξάντληση δεν αισθανόμουν καλά. Φοβήθηκα να μην λιποθυμήσω εκεί και με δουν οι εργάτες. Γι αυτό έκανα κουράγιο και πήγα πίσω από μια ντάνα ξύλα.
»Σκέφθηκα προς στιγμήν να παρακαλέσω την Παναγία και αμέσως είπα στον εαυτό μου: «Άθλιε, την Παναγία για το ψωμάκι την έχουμε;».
»Και μόλις είπα αυτό, να η Παναγία και μου έδωσε ζεστό ψωμί και σταφύλι! Έ, από κεί και πέρα μετά. . . ».
Κάποιος, τον οποίον ο Γέροντας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, ακούγοντας την διήγηση, ρώτησε έκπληκτος:
- Καλά, Γέροντα, μετά που έφαγες τις ρόγες του σταφυλιού, το κοτσάνι σου έμεινε στο χέρι;
- Και το κοτσάνι και ψίχουλα, απάντησε με έμφαση. «Η θεότης, δηλαδή η θεία χάρις καθ' εαυτήν, ήγουν μοναχή δεν φαίνεται, εάν δεν έλθη εις την λογικήν ψυχήν. Και ανίσως η αισθητή φωτία δεν φαίνεται εις τα αισθητά, όταν δεν εύρη ύλην, μήτε η νοητή φωτία φαίνεται εις τα νοητά, όταν δεν εύρη ύλην των εντολών του Θεού», Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Λόγος Γ΄, σ. 38. 32



ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΣΤΟΜΙΟΥ ΚΟΝΙΤΣΗΣ

Ανακαίνιση του Μοναστηριού
Παρά Κυρίου τα διαβήματα ανθρώπου κατευθύνεται». Μέ αποκάλυψη κατευθύνει ο Κύριος και τώρα τα βήματα του ανθρώπου του Θεού Παϊσίου στην Μονή Στομίου, της Επαρχίας Κονίτσης. Διψούσε για ερημική ζωή και προετοιμαζόταν για την έρημο, αλλά με εντολή της Παναγίας βρέθηκε σε Μοναστήρι του κόσμου.
Άρχισε την ανακαίνιση του καμένου Μοναστηριού, χωρίς να έχη τα απαραίτητα χρήματα και υλικά. Αγόρασε ξυλεία και μόνος έκανε πόρτες, παράθυρα, στασίδια, τραπέζια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Επίσης άλλαξε την σκεπή της Εκκλησίας, έκανε Κελλιά για μοναχούς, Αρχονταρίκι, στέρνα και άλλα έργα.
Αυτός ανέστησε το κατεστραμμένο Μοναστήρι με πολλούς κόπους. Ήταν άρρωστος αλλά και νηστευτής. Τη νηστεία δεν την χαλούσε ποτέ».

Πηδά στον γκρεμό
Κάποτε μετέφερε τα άγια Λείψανα και είχε την λειψανοθήκη δεμένη με λουριά από τους ώμους του. Σε ένα σημείο του δρόμου, που λέγεται «Μεγάλη Σκάλα», κόπηκε το λουρί και έπεσε η λειψανοθήκη στον γκρεμό. Ο Γέροντας από τον πόθο και την ευλάβεια προς τα άγια Λείψανα, χωρίς να υπολογίση τον εαυτό του και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πήδησε αμέσως στον γκρεμό για να τα προλάβη. Κατρακυλούσε η λειψανοθήκη και χτυπούσε στα βράχια. Τελικά ο ίδιος διαφυλάχθηκε, χάριτι Θεού, σώος˙ δεν έπαθε τίποτε, ούτε γρατσουνιά! Η λειψανοθήκη με τα άγια Λείψανα έμειναν επίσης άθικτα, ενώ ο μεταλλικός κορβανάς που ήταν προσαρμοσμένος στην λειψανοθήκη είχε κατατσαλακωθή από τα χτυπήματα. Ήταν τόσο βαθύς και απότομος ο γκρεμός που ήταν αδύνατο να ξανανεβή ο Γέροντας. Για να βγή στο μονοπάτι, βάδιζε πολλή ώρα μέσα στο ποτάμι.

Κόποι, ασκήσεις και ησυχία
Νήστευε αυστηρά και δουλαγωγούσε με κάθε τρόπο το εύθραυστο σώμα του, παρ ότι έκανε θεραπεία με ενέσεις. Κάποιες φορές με ένα ποτήρι νερό περνούσε όλο το ημερονύκτιο. Αν και καλλιεργούσε στον κήπο του Μοναστηριού κηπευτικά πολλών ειδών, η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάϊ με παξιμάδι ή καρύδια κοπανισμένα.
Αναφέρει η κυρία Πηνελόπη Μπαρμπούτη: «Στον κήπο πήγαινε ξυπόλυτος και το βράδυ καθάριζε τα αγκάθια από τα πόδια του. Ένα παξιμάδι έτρωγε το πρωί και ένα το βράδυ. Άλλοτε έπινε σκέτο τσάϊ. Δούλευε παρά πολύ. Δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Προσπαθούσε να μην χαλάση το χατήρι κανενός και ήθελε όλους να τους αναπαύη. Ποτέ δεν έλεγε όχι. Τα χέρια του είχαν κάνει ρόζους από τις πολλές μετάνοιες. Τα πόδια του ήταν μόνο κόκκαλα. Είχε πολλά προβλήματα με την υγεία του». Την ημέρα εργαζόταν σκληρά και τη νύχτα αγρυπνούσε. Μόνος του διάβαζε όλες τις ακολουθίες, όπως είχε μάθει στο Άγιον Όρος.
Παρ όλο που το Μοναστήρι ήταν σε έρημο και ήσυχο μέρος, ο Γέροντας αποσυρόταν ενίοτε σε μια σπηλιά. Πήγαινε τις νύχτες και έκανε αγρυπνίες με το κομποσχοίνι και αναρίθμητες μετάνοιες. Ήταν όμως ανήλια και έσταζε νερό.

Προστάτης πτωχών και ορφανών
Εκτός από τα κτισίματα μεριμνούσε συγχρόνως και για όσους είχαν ανάγκη. Και αυτοί ήταν πολλοί. Στα χωριά της Κόνιτσας υπήρχε τότε μεγάλη φτώχεια, εγκατάλειψη, δυστυχία. Ο Γέροντας συγκέντρωνε ρούχα, χρήματα, τρόφιμα και φάρμακα, τα έκανε δέματα και τα έστελνε σε ανθρώπους που στερούνταν. Στο έργο της φιλανθρωπίας είχε ως βοηθούς ευλαβείς γυναίκες. Όσες είχαν την διάθεση τις έστελνε να υπηρετούν άτομα ανήμπορα, κυρίως γεροντάκια, που δεν είχαν κανένα συγγενή κοντά τους.

Είχε πάρει άδεια από την αστυνομία και σε κάθε γειτονιά της Κόνιτσας είχε αφήσει από ένα κουμπαρά και ώρισε και έναν υπεύθυνο. Υπήρχε και ένας επί πλέον κουμπαράς έξω από το Αστυνομικό Τμήμα. Έκανε επιτροπή, η οποία διαχειριζόταν τα χρήματα, και πρόσφεραν ανάλογα με τις ανάγκες.
Ενδιαφέρθηκε για φτωχά και ορφανά παιδιά να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Τα παρέπεμπε στα κατάλληλα πρόσωπα αλλά τα βοηθούσε και ο ίδιος οικονομικά, όσο μπορούσε. Πολλοί από αυτούς είναι σήμερα επιστήμονες και ευγνωμονούν τον Γέροντα.
Έδινε τα κτήματα της Μονής σε φτωχές οικογένειες να τα καλλιεργούν. Ενοίκιο δεν ζητούσε. Τούς έλεγε, αν έχουν καλή σοδειά, να προσφέρουν στο Μοναστήρι ό,τι ήθελαν. Αν η χρονιά δεν πήγαινε καλά, δεν ζητούσε τίποτε.

Όσες φορές η αδελφή του Χριστίνα πήγαινε ρούχα ή τρόφιμα, δεν τα δεχόταν. Της έλεγε να τα πάη σε οικογένειες, που γνώριζε ότι στερούνταν.

Οικειότητα με τα άγρια ζώα
Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα προς τον Θεό και την εικόνα του, τον άνθρωπο, πλημμύριζε την καρδιά του και το ξεχείλισμά της αγκάλιαζε και την άλογη κτίση. Ιδιαίτερα αγαπούσε τα άγρια ζώα, και αυτά ένιωθαν την αγάπη του και τον πλησίαζαν.

Ένα ελαφάκι ερχόταν και έτρωγε από τα χέρια του. Του έκανε ένα σταυρό στο μέτωπο με μπογιά. Ειδοποίησε τους κυνηγούς να μην κυνηγούν κοντά στο Μοναστήρι και να προσέξουν αυτό το ελαφάκι με τον σταυρό, όπου και αν το βρούν, να μην το χτυπήσουν. Αλλά δυστυχώς, ένας κυνηγός περιφρονώντας την εντολή του, κάποια ημέρα είδε το ελαφάκι και το σκότωσε. Ο Γέροντας στενοχωρήθηκε πολύ και είπε μια προφητεία που επαληθεύτηκε στο ακέραιο. Δεν αναφέρεται γιατί το πρόσωπο αυτό ζει μέχρι σήμερα.
Στο δάσος γύρω από το Μοναστήρι ζούν αρκούδες. Μιά συνάντησε ο Γέροντας σε στενό μονοπάτι, ενώ ανέβαινε στο Μοναστήρι με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο. Η αρκούδα μαζεύτηκε στην άκρη, για να περάση ο Γέροντας. Αυτός πάλι της έκανε νόημα με το χέρι να περάση πρώτη. «Και αυτή», διηγείτο χαριτολογώντας, «άπλωσε το πόδι της και μούπιασε το χέρι, για να περάσω εγώ». Της είπε: «Αύριο να μην εμφανισθής εδώ κάτω, γιατί περιμένω κόσμο. Αλλοιώς θα σε πιάσω από το αυτί και θα σε δέσω μέσα στο παχνί».

Έλεγε ότι η αρκούδα έχει έναν εγωισμό. Όταν βρεθή σε κίνδυνο, δείχνει ότι δεν φοβάται, αλλά μετά φεύγει τρέχοντας.
Μιά αρκούδα ερχόταν συχνά, είχε εξοικειωθή μαζί του και ο Γέροντας την τάιζε. Τις ημέρες που ερχόταν κόσμος στο Μοναστήρι ο Γέροντας την προειδοποιούσε να μην εμφανίζεται και προκαλή έτσι φόβο στους ανθρώπους. Η αρκούδα μερικές φορές παρέβαινε την εντολή του Γέροντα, εμφανιζόταν απροσδόκητα και όσοι την έβλεπαν τρόμαζαν. Πολλοί την είχαν δεί˙ μεταξύ αυτών και η Καίτη Πατέρα, όπως διηγήθηκε: «Ανέβαινα μια νύχτα στο Μοναστήρι με φακό για να προλάβω την θεία Λειτουργία. Άκουσα έναν θόρυβο, έρριξα το φως και είδα ένα ζώο κάτι σαν σκυλί μεγάλο. Μέ ακολούθησε και, όταν έφθασα, ρώτησα τον π. Παίσιο, αν το σκυλί είναι του Μοναστηριού. Απάντησε: «Σκυλί είναι αυτό; Για κοίταξε καλά. Αρκούδα είναι».
Όταν είδε ότι τελείωσε η αποστολή του στην έρημο του κόσμου, και αφού ξεπλήρωσε το τάμα προς την Παναγία, άφησε οριστικά το Στόμιο στις 30 Σεπτεμβρίου 1962 και αναχώρησε για το Θεοβάδιστο Όρος Σινά.



EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA

Μακαρία ερημική ζωή
Ο Γέροντας ζήτησε ευλογία να μείνη μόνος στην έρημο. Εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, που αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την αγία Κορυφή, και απέχει λιγώτερο από μία ώρα από το Μοναστήρι.
Διακόσια μέτρα πιο πάνω βρίσκεται η σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και λίγο πιο πίσω είναι η Σκήτη που έμενε η αγία Επιστήμη με τις άλλες ασκήτριες. Άγια μέρη, ευλογημένα. Παρ όλη την αυχμηρότητά τους, εμπνέουν αυτά τα βράχια. Εκεί ψηλά λοιπόν, σαν αετός, έστησε ο Γέροντας την φωλιά του, έκανε μάλλον την πολεμίστρα του ο αετός του πνεύματος.

Πολύ κοντά, «ωσεί λίθου βολήν», στο ασκητήριο είχε μια μικρή πηγούλα. Μάζευε το 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Έλεγε ο Γέροντας: «Πήγαινα με ένα τενεκάκι να πάρω νερό, για να κάνω τσάι ή να βρέξω λίγο το μέτωπο, λέγοντας τους χαιρετισμούς με ευγνωμοσύνη και τα μάτια μου πλημμύριζαν από δάκρυα. «Θεέ μου,» έλεγα, «λίγο νερό να πίνω˙ δεν θέλω τίποτε άλλο». Τόσο πολύτιμο ήταν αυτό το λιγοστό νεράκι γι αυτόν που ήθελε να ζήση εκεί στην έρημο. Αλλά και αυτό ο Γέροντας το μοιραζόταν με τα άγρια ζώα και τα διψασμένα πουλιά της ερήμου.

- Γέροντα, πως ζούσατε στο Σινά; τον ρώτησε κάποιος.
Απάντησε: «Η τροφή μου ήταν τσάι με παξιμάδι που το έκανα μόνος μου. Έκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) και τα ξέραινα στον ήλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, που έσπαζαν σαν τζάμι. Καμμιά φορά έβραζα και ρύζι στουμπισμένο μέσα σε ένα κονσερβοκούτι. Αυτό ήταν και μπρίκι και κατσαρόλα και πιάτο και ποτήρι. Αυτό το κονσερβοκούτι και ένα κουτάλι λίγο πιο μικρό από της σούπας ήταν όλο το νοικοκυριό μου.

»Ακόμη, είχα μια φανέλλα, που την φορούσα τη νύχτα για να αντιμετωπίζω το κρύο. Έπινα και ένα τσάι μαύρο, για να με βοηθά στην αγρυπνία, και έβαζα και μια κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, που αντιστοιχούσε με άλλη μια φανέλλα. (Δηλαδή οι θερμίδες που του έδινε η παραπανίσια ζάχαρη ήταν σαν να φορούσε ακόμη μια φανέλλα). Είχα και μια αλλαξιά χοντρά ρούχα, γιατί τη νύχτα έκανε πολύ κρύο. Δεν είχα ούτε φανάρι, ούτε φακό, παρά μόνο έναν αναπτήρα, για να βλέπω λίγο στο σκοτάδι, όταν βάδιζα σε κανένα πέτρινο μονοπάτι με σκαλοπάτια. Τον χρειαζόμουν επίσης για να ανάβω καμμιά φορά φωτιά με φρύγανα, για να κάνω κανένα ζεστό. Είχα και λίγες τσακμακόπετρες και ένα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό για τον αναπτήρα. Τίποτε άλλο.

»Μιά φορά φύτεψα και μια ρίζα ντομάτα, αλλά μετά με πείραξε ο λογισμός μου και την ξερρίζωσα, για να μην προκαλώ τους Βεδουίνους. Μού φαινόταν αταίριαστο, οι φτωχοί Βεδουίνοι να μην έχουν ντομάτες, και εγώ που ήμουν καλόγηρος να έχω, έστω και μια ρίζα.
»Τήν ημέρα έλεγα την ευχή και έκανα εργόχειρο. Ευχή και εργόχειρο. Αυτό ήταν το τυπικό μου. Τη νύχτα έκανα μερικές ώρες μετάνοιες, χωρίς να τις μετρώ. Ακολουθία δεν διάβαζα, την έκανα με κομποσχοίνι.
»Για να μη με ενοχλούν οι περίεργοι, έκανα με πράσινη λαδομπογιά νεκροκεφαλές (σήμα κινδύνου) στα βράχια. Μιά φορά ένας τουρίστας Γερμανός θέλησε να ανεβή επάνω. Νόμισε ότι είναι ναρκοπέδιο, αλλά επειδή φαίνεται ήξερε από τέτοια, πρόσεχε που πατούσε και κατώρθωσε να φθάση μέχρι επάνω. Εγώ τον παρακολουθούσα από ψηλά. Τον άφησα να πλησιάση, μετά μπήκα στην σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και τράβηξα ένα δεμάτι αγκάθια στην είσοδο. Έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να με βρή και γύρισε πίσω».
Απλοποίησε πολύ την ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όλες του τις δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Η έρημος ερημώνει τα πάθη. Όταν την σεβασθής και προσαρμοσθής προς την έρημο, σου δίνει να αισθανθής την παρηγοριά της», έλεγε αργότερα ο Γέροντας με νοσταλγία, εκφράζοντας με λίγες λέξεις την εμπειρία του από την Σιναϊτική έρημο.

Αγαπούσε ο Γέροντας να επισκέπτεται τόπους, όπου έζησαν ασκητές. Θαύμαζε τα μικρά ασκητικά σπήλαια. Αλλού σωζόταν μια μικρή στερνούλα, σε άλλα φαινόταν μαυρισμένος ο βράχος από την φωτιά που άναβαν κάπου-κάπου για να μαγειρεύουν. Τον ενέπνεαν και τον συγκινούσαν αυτά τα παλαιά ασκητήρια. Επισκέφθηκε και το ασκητήριο του αγίου Γεωργίου του Αρσελαίτου. Είναι μια πανέρημος κατάλληλη για αναχωρητές. Την Μεγάλη Σαρακοστή την πέρασε στο ασκητήριο του αγίου Στεφάνου, που αναφέρει και η Κλίμακα, κάτω από την αγία Κορυφή, με μεγάλη νηστεία, σχεδόν ασιτία. Είχε εκεί μόνο ένα τενεκεδάκι, για να βγάζη νερό από το πηγάδι που υπήρχε πιο κάτω, στον προφήτη Ηλία.
Είχε τυπικό να μη φοράη παπούτσια. Είχαν σχιστή οι φτέρνες του και έτρεχαν αίμα. Τα παπούτσια τα είχε στο ντορβά και τα φορούσε μόνο όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι ή συναντούσε κάποιον στον δρόμο. Για όποιον γνωρίζει τις συνθήκες της ερήμου, είναι πολύ οδυνηρό να βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στα βράχια ή στην άμμο. Την ημέρα καίνε τόσο πολύ, που οι Βεδουίνοι βάζουν αυγά στην άμμο και γίνονται μελάτα, ενώ τη νύχτα είναι τόσο κρύα τα βράχια, σαν να πατά κανείς πάνω σε πάγο.
Στο Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε δεκαπέντε ημέρες. Βοηθούσε στην ακολουθία και κοινωνούσε.

Λύει την ανομβρία
Όταν πρωτοπήγε στο Σινά είχε μεγάλη ανομβρία. Σε φυσιολογικές συνθήκες στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ αραιά. Τήν χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη νερού. Ένα καραβάνι ετοιμάσθηκε για να πάη να κουβαλήση νερό από μακρυά. Ο Γέροντας τους είπε: «Περιμένετε, μην πάτε απόψε». Τη νύχτα έκανε προσευχή και έβρεξε πολύ.

Εργόχειρο κι ελεημοσύνες
Το εργόχειρο του Γέροντα ήταν η ξυλογλυπτική. Ανέφερε ο ίδιος: «Έκανα σε ξύλο εικόνες σκαλιστές τον προφήτη Μωυσή να παίρνη τον Δεκάλογο. Τα ξύλα τα έκοβα μόνος μου. Πολλές φορές και τη νύχτα άνοιγα λίγο την πόρτα του Κελλιού και στο φως του φεγγαριού έλεγα την ευχή και γυαλοχάρτιζα και προετοίμαζα τα ξύλα. Για εργαλεία είχα μόνο δυό μαχαιράκια από ένα ψαλίδι Singer, που το έφερα από την Ελλάδα˙ το διέλυσα στα δύο, το ακόνισα και το έβαψα με λαδομπογιά πράσινη, για να μην αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και θαμπώνει τα μάτια μου.
»Τα εργόχειρα τα έδινα στο Μοναστήρι και τα πωλούσαν˙ γίνονταν ανάρπαστα από
τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνα τα έδινα σε γνωστούς ταξιτζήδες από το Κάιρο. Τούς έλεγα να ψωνίζουν ρούχα, καπελλάκια, μπισκότα, τρόφιμα κ. α. Μετά γέμιζα το σακκίδιο με ευλογίες και ρωτούσα που υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στις σκηνές τους, φώναζα πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζα τις ευλογίες.
Από την πολλή του αγάπη προς τα πλάσματα του Θεού ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του στην άκρη, κουραζόταν για να τους βοηθά, και δεν πήγε να προσκυνήση στα Ιεροσόλυμα, που τόσο επιθυμούσε, για να μη στερηθούν τα Βεδουϊνάκια τις ευλογίες του. Και αυτά καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη, που δεν είχε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, και τον υπεραγαπούσαν. Γινόταν σωστό πανηγύρι από την χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους

«Αμπούνα Παίζι». (Στα Βεδουίνικα: πατήρ Παίσιος).
Αλλά και όταν τα Βεδουινάκια πήγαιναν στο ασκητήριό του με σκασμένα τα πόδια, επειδή περπατούσαν ξυπόλυτα, τους έβαζε κερί στα σχισίματα και τους έδινε και από ένα ζευγάρι σανδάλια. Σε άλλα μοίραζε καπελλάκια, για να μη τα ζαλίζη ο ήλιος, και ό,τι άλλο είχε.

«Ην εν τη ερήμω πειραζόμενος...»
Κάποια ημέρα έκανε εργόχειρο λέγοντας την ευχή καθισμένος σε ένα βράχο, ενώ από κάτω υπήρχε βαθύς γκρεμός. Παρουσιάζεται ο διάβολος και του λέγει:
- Πήδα κάτω, Παίσιε˙ σου υπόσχομαι, δεν θα πάθεις τίποτε.
Ο Γέροντας συνέχισε ατάραχος την ευχή και το εργόχειρό του. Δεν έδωσε σημασία στον διάβολο. Ο πειρασμός συνέχισε να τον παρακινή να πηδήση στον γκρεμό επαναλαμβάνοντας την ίδια υπόσχεση. Αυτό κράτησε μιάμιση ώρα περίπου.
Στο τέλος παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει στον γκρεμό λέγοντας στον διάβολο:
- Άντε να σου αναπαύσω τον λογισμό σου.
Ο διάβολος, αφού απέτυχε να τον ρίξη στον γκρεμό, του λέγει δήθεν με θαυμασμό:
- Τέτοια απάντηση ούτε ο Χριστός δεν μου έδωσε. Εσύ καλύτερα απάντησες.
- Ο Χριστός είναι Θεός. Δεν είναι σαν και μένα τον καραγκιόζη. «Ύπαγε οπίσω μου σατανά».
Και έτσι, με την ενοικούσα θεία χάρι, απέφυγε τον πρώτο πειρασμό να πηδήση στον γκρεμό, να τσακισθή στα βράχια˙ ακόμη απέφυγε και τον βαθύτερο γκρεμό της υπερηφανείας, να δεχθή τον έπαινο του διαβόλου, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τον Χριστό.

Εγκαταλείπει την γλυκειά έρημο
Ενώ ζούσε τέτοια ζωή και χαιρόταν που βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε από χρόνια, η υγεία του χειροτέρευε. πέφερε από πονοκεφάλους που οφείλονταν στην έλλειψη οξυγόνου λόγω του υψομέτρου.
Τελικά, όταν είδε να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την γλυκειά έρημο του Σινά και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος.



ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ

Ουκ απέστη ημών»

Ο Γέροντας δεν έπαυσε να βοηθά τους ανθρώπους και μετά την κοίμηση του. Οι άνθρωποι καταφεύγουν στον Γέροντα και ζητούν τις πρεσβείες του, επειδή πιστεύουν στην αγιότητά του. Ο τάφος του έγινε πανορθόδοξο προσκύνημα. Έχει πολλή ευλογία και χάρι. Συγκεντρώνει τους πονεμένους και παρηγορεί τους θλιμμένους. Θεραπεύονται ασθενείς και γίνονται πολλά θαύματα. Και το Κελλάκι του στο Άγιον Όρος έγινε επίσης προσκύνημα. Καθημερινά περνούν επισκέπτες που είχαν γνωρίσει τον Γέροντα και ευεργετήθηκαν, για να τον ευχαριστήσουν ή άλλοι για να δουν που ζούσε.
Τα θαυμαστά γεγονότα που κάνουν οι Άγιοι, εμφανίσεις και θεραπείες, τα βλέπουμε και στον Γέροντα και μετά την κοίμησή του. Ιδιαιτέρως θεραπεύει καρκινοπαθείς και δαιμονισμένους. Εμφανίζεται και σώζει πολλούς από τροχαία δυστυχήματα. Πολλοί ασθενείς τον είδαν μέσα στα Νοσοκομεία. Διάφορα προσωπικά του αντικείμενα θαυματουργούν και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.

Είναι αμέτρητα τα μετά την κοίμηση θαύματα του Γέροντα και συνεχώς γίνονται και νέα. «Δια του λόγου το αληθές» σημειώνονται στην συνέχεια επιλεκτικά ελάχιστα, επιβεβαιωμένα και μαρτυρημένα από αυτόπτες μάρτυρες.

Ευωδία
Το χάρισμα της ευωδίας και μετά την κοίμηση του Γέροντα δεν εξαφανίστηκε. Πολλοί αισθάνονται ευωδία, όταν προσκυνούν τον τάφο του, όταν επισκέπτωνται το Κελλί του στο Άγιον Όρος, ή άλλοι αισθάνονται ευωδία εξερχόμενη από προσωπικά αντικείμενα ή ρούχα του.
Όπως μαρτυρούν οι πατέρες που διαδέχθηκαν τον Γέροντα στο Κελλί του, «τον πρώτο καιρό μετά την κοίμησή του σχεδόν όλοι οι επισκεπτόμενοι το Κελλί αισθάνονταν αυτή την ξεχωριστή ευωδία.
Μαρτυρεί ο π. Α. Κ. : «Τήν χρονιά που εκοιμήθη ο Γέροντας έγινε Λειτουργία την ημέρα που εώρταζε το Κελλί του. Αισθάνθηκα κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας ισχυρή ευωδία, η οποία με συνώδευσε μέχρι το Κουτλουμούσι και έπειτα χάθηκε».

Διάσωση παιδιού
Ο π. Χρήστος Τσάνταλης από τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης και εφημέριος Κερασιάς, με εννέα παιδιά, καταθέτει: «Μερικά από τα παιδιά μου έπαιζαν στην ταράτσα του σπιτιού και κάποια στιγμή άρχισαν να πηδούν τον φωταγωγό. Ένα αγοράκι μου έξι ετών, που ακόμη δεν μιλάει καλά, θέλησε και αυτό να πηδήξη. Βρέθηκε στο κενό και σαν βολίδα έφυγε προς τα κάτω. Έπεσε από τον τρίτο όροφο. Ήλθαν τα παιδιά τρομαγμένα και μου το είπαν. Έτρεξα με χτυποκάρδι στο βάθος του φωταγωγού, για να περιμαζέψω το μικρό. Έμεινα έκπληκτος όταν το είδα να έρχεται προς το μέρος μου κατακίτρινο από τον φόβο. Το πήγα στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί το εξέτασαν και είπαν ότι δεν έχει τίποτε, ούτε το παραμικρό τραύμα.

»Καταλάβαμε ότι πρόκειται περί θαύματος, και σκέφθηκα πως η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Νέας Μηχανιώνας έσωσε το παιδί. Το πήγα στην εικόνα της και το ρώτησα: «Αυτή σε φύλαξε;». Αυτό απάντησε «όχι». Με ωδήγησε στην φωτογραφία του π. Παϊσίου και μου τον έδειξε με το δάκτυλο (ότι δηλαδή αυτός με κράτησε)».



Επεμβάσεις σε τροχαία
Ο κ. Στ. από την Καλαμάτα, κάτοικος Αθηνών, ταξίδευε με το αυτοκίνητό του προς τα Ιωάννινα. Καθ οδόν έπεσε θύμα ισχυρής μετωπικής συγκρούσεως, κατά την οποία το αυτοκίνητό του κυριολεκτικά διαλύθηκε και ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο Νοσοκομείο και μπήκε στην εντατική.
Ενώ ευρίσκετο στην κατάσταση αυτή, είδε μία φωτεινή νεφέλη και στο μέσον έναν ηλικιωμένο μοναχό. Παρ ότι δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία, επειδή εκείνες τις ημέρες είχε ακούσει από γνωστό του για κάποιον χαρισματούχο γέροντα Παίσιο, μέσα στην έκπληξή του ρώτησε αυθόρμητα τον άγνωστο μοναχό:

- Είσαι ο γέροντας Παίσιος;

Ο Γέροντας δεν απάντησε. Χαμογέλασε, τον χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και του είπε:
- Μη φοβάσαι˙ θα γίνεις καλά!
Ο Στ. συνήλθε. Αν και σαστισμένος από το παράδοξο του πράγματος, και παρόλο που αγνοούσε τον θαυμαστό επισκέπτη του, πίστεψε στην διαβεβαίωσή του. Τήν διηγήθηκε μάλιστα με έντονο ύφος και στους γιατρούς. Και αυτοί έκπληκτοι διαπιστώνοντας την ανθρωπίνως ανεξήγητη βελτίωσή του, ωμολόγησαν:

- Όντως πρόκειται για θαύμα!
Αφού βγήκε από το Νοσοκομείο, στον δρόμο περνώντας μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο έκπληκτος αντίκρυσε στην βιτρίνα τον σωτήρα του. Ανεγνώρισε την μορφή του στο εξώφυλλο ενός βιβλίου. Έτσι ανεκάλυψε τον ευεργέτη του και γεμάτος ευγνωμοσύνη το αγόρασε και το διάβασε.
Συγκινημένος ήλθε να προσκυνήση στην «Παναγούδα» (Ιανουάριος 1998), όπου και διηγήθηκε τα ανωτέρω. Εκτός του ότι τον διέσωσε από βέβαιο σωματικό θάνατο, η επέμβαση του Γέροντα άλλαξε και ριζικά την ζωή του. Ανεζήτησε πνευματικό και εξωμολογήθηκε. Σταμάτησε την κοσμική ζωή παρά τις έντονες πιέσεις των συγγενών. «Μού είναι αδύνατο να συνεχίσω τα ίδια˙ στον νού μου έρχεται συνέχεια το χαμογελαστό φωτεινό πρόσωπο του Γέροντα», έλεγε με δάκρυα στα μάτια.

Διήγηση ευλαβούς εγγάμου Ιερέως που σπουδάζει στην Θεσσαλονίκη. «Προ καιρού ήρθε ένας νέος και μου είπε: «Πάτερ, εγώ χθές έπρεπε να είχα πεθάνει, αλλά ο Θεός με έσωσε. Καθώς έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα χτύπησα με την μοτοσυκλέττα μου επάνω σε ένα αυτοκίνητο και πετάχθηκα μακρυά. Τήν στιγμη εκείνη είδα έναν παππούλη να με πιάνη γερά από το δεξί χέρι και έτσι δεν έπαθα τίποτε».

»Εγώ (ο ιερεύς) του έδειξα μερικές εικόνες Αγίων και φωτογραφίες συγχρόνων Γερόντων. Μόλις είδε τον γέροντα Παίσιο, φώναξε συγκινημένος: «Αυτός ήταν».
»Ύστερα από λίγες ημέρες ξαναήρθε και μου ανέφερε ότι εκ των υστέρων ανεκάλυψε στο τσεπάκι του μπουφάν του, στον δεξιό βραχίονα (ακριβώς εκεί που τον έπιασε ο Γέροντας), δύο μικρές εικονίτσες, μια του Χριστού και μια του γέροντος Παϊσίου που τις είχε βάλει η μητέρα του κρυφά».

Πνευματικές νεκραναστάσεις
Τα περισσότερα αλλά και μεγαλύτερα θαύματα του Γέροντα είναι τα ηθικά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι αδιάφοροι θρησκευτικά, άθεοι εκ πεποιθήσεως, χωρίς ηθικούς φραγμούς, είτε μετά από κάποια μεταθανάτια εμφάνισή του, είτε συχνότερα από την ανάγνωση κάποιου βιβλίου του αναστήθηκαν πνευματικά, εισήλθαν με ζήλο στην Εκκλησία και κάποιοι και στο μοναχικό στάδιο.
Νέος ζούσε στην άγνοια και στην αμαρτία. Όχι τυχαία έπεσαν στα χέρια του οι Επιστολές του Γέροντα, και κυριολεκτικά συγκλονίστηκε. Άλλαξε η ζωή του και επιθυμεί τον μοναχικό βίο.

«Εγώ πριν έξι χρόνια», ομολογεί ένας νέος από τους πολλούς, «ήμουν αναρχικός. Φορούσα σκουλαρίκια και έπαιρνα ναρκωτικά. Κάποιος από την παρέα μου είχε ένα βιβλίο του π. Παϊσίου και μου το έδωσε. Από περιέργεια το ξεφύλλισα, μου κίνησε το ενδιαφέρον και το τελείωσα μέσα σε μια νύχτα. Από τότε άλλαξε η ζωή μου».

Το κασκόλ του εξαφανίζει όγκο
Μαρτυρία Φιλίτσας. . . από τον Βόλο:
«Βρέθηκα στην δύσκολη θέση να μην μπορώ να βοηθήσω και να ηρεμήσω, την απελπισμένη αδερφή μου, μετά από την ένδειξη όγκου στην μαστογραφία που έκανε.
»Μέ σεβασμό ζήτησα από αγαπητή μου φίλη την πολύτιμη κληρονομιά της, το κασκόλ του σεβαστού γέροντος Παϊσίου. Κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου, με χέρια τρεμάμενα, με έντονο χτυποκάρδι, έτρεξα και το εναπόθεσα στην αγκαλιά της πασχούσης. Εκείνη με δάκρυα στα μάτια πήγε στο εικόνισμα και προσευχήθηκε. Της ευχήθηκα περαστικά, και το επέστρεψα αμέσως στην φίλη μου.
»Μετά από 45 μέρες η άρρωστη επανέλαβε την μαστογραφία. Το θαύμα είχε γίνει. Η μαστογραφία ήταν πεντακάθαρη. Ο όγκος είχε εξαφανιστή. Μεγάλη η χάρι του γέροντος Παϊσίου».

Θεραπεία δαιμονισμένης
Ένα πρωινό του Δεκεμβρίου του έτους 1996 στην έκθεση της Μονής στην Σουρωτή βρίσκονταν εκεί η υπεύθυνη αδελφή, ένα ανδρόγυνο με το μικρό τους κοριτσάκι και τον πατέρα τους, δύο μεσόκοπες γυναίκες και ένας νεαρός άνδρας. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή κραυγή. Μιά από τις μεσόκοπες γυναίκες, αρκετά εύσωμη, σωριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να χτυπιέται και να ωρύεται άγρια. Κουνούσε το κεφάλι γρήγορα πέρα-δώθε. Το θέαμα ήταν πολύ άσχημο. Η γυναίκα με το παιδάκι βγήκαν έξω, ενώ οι άλλοι πλησίασαν να την βοηθήσουν. Η γυναίκα μούγκριζε, αγκομαχούσε και έλεγε με μια άγρια, απειλητική, ανδρική φωνή: «Θα σάς κανονίσω ρε εγώ που δεν πιστεύετε, θα σάς δείξω εγώ. . . να, τώρα ακόμα λίγο και θα σάς βάλω όλους στο χέρι με το 666. . . θα με προσκυνάτε όλοι. . . χαμένοι, ηλίθιοι. . . » και άλλες βρισιές.

Έπειτα άρχισε να τσιρίζη και έδειχνε φοβισμένη. «Παίσιε, με καίς, με καίς, θέλεις να με στείλης πίσω στα τάρταρα. . . Και αυτή η χαμένη όλο σε μοναστήρια με φέρνει. . . τι την βοηθάς; Με καίς, με καίς», και στρίγγλιζε δυνατώτερα. Χτυπιόταν τόσο δυνατά, που υπήρχε φόβος να σπάση το κεφάλι της. Ήταν φανερό ότι την πείραζε ο δαίμονας.

«Α. . . αααά, φώναζε πάλι. . . Να, ήρθε και η Μαρία τώρα. . . με καίς Παίσιε», είπε με μια δυνατή φωνή και έμεινε ακίνητη σαν να λιποθύμησε.
Πλησίασαν διστακτικά οι παριστάμενοι για να την βοηθήσουν, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν να την σκεπάζουν με τα ρούχα της. Αφού την τακτοποίησαν, την σήκωσαν από το πάτωμα. Είχε ανοίξει τα μάτια της και έκλαιγε ήρεμα και βουβά. Μιά ευχαριστία ξεχύθηκε από τα βάθη της καρδιάς της.
«Σ ευχαριστώ, Γέροντα. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου», έλεγε και ξανάλεγε με πολλή ευγνωμοσύνη. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά σε μια εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και αναλύθηκε σε δυνατούς λυγμούς: «Θεέ μου. . . Θεέ μου. Πως με καταδέχθηκες την ανάξια. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, σε ευχαριστώ, Γέροντα. . . Δεν άξιζα, Θεέ μου, τέτοια βοήθεια».

Η όλη σκηνή ήταν πολύ συγκινητική. Ύστερα χαιρέτησαν με ευγνωμοσύνη την αδελφή και έφυγαν.
Η γυναίκα αυτή είχε δαιμόνιο. Φεύγοντας ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ είδε στον ύπνο της τον γέροντα Παίσιο που της είπε: «Έλα στον τάφο μου και θα σε κάνω καλά». Ήρθε στο Μοναστήρι, ρώτησε που είναι ο τάφος του Γέροντα, προσκύνησε τον τάφο και ύστερα ήρθαν στην έκθεση, όπου συνέβησαν τα παραπάνω.

Παρέχει ανάβλεψη
Μαρτυρία Ρωσσίδος, κυρίας Λαρίσας Νικολάεβνα Μάσλοβα, ιατρού, από την Μόσχα: «Έπαθα δυστύχημα με αποτέλεσμα το αριστερό μου μάτι να χάση τελείως το φως του. Με έφεραν στο πρώτο Γενικό Νοσοκομείο της Μόσχας. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι, γι αυτό με έβαλαν στον διάδρομο. Τη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έκανα προσευχή και στενοχωριόμουν πολύ. Προς το πρωί, ενώ ήμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ήρθε ο μπάτουσκα Παίσιος, τον είδα μπροστά μου ολοφάνερα και τον αναγνώρισα, γιατί είχα διαβάσει ένα βιβλίο σχετικό με την ζωή του. Μού σκέπασε το κεφάλι με μια πετσετούλα και εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή κατάλαβα ότι βλέπει το τυφλό μάτι μου. Οι γιατροί δεν χρειάσθηκε να κάνουν τίποτε. Νοσηλεύτηκα στην παραπάνω κλινική από 4 μέχρι 11 Φεβρουαρίου του έτους 2002. Ο αριθμός του ιστορικού της ασθενείας μου είναι 31171.
»Ευχαριστώ τον Θεό για το έλεός Του σε μένα και τον μπάτουσκα Παίσιο για την βοήθειά του».



1 Ανάδοχός του ήταν η Αναστασία, σύζυγος του Προδρόμου Κορτσινόγλου, του ψάλτη του οσίου Αρσενίου.
2 Ο βίος του αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου γράφτηκε από τον γέροντα Παίσιο. Έργα του ιδίου είναι και: «Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης», «Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα» και «Επιστολές». Η σειρά «Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι», που εκδίδει η Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Σουρωτής, περιέχει την διδασκαλία του Γέροντα.


«ειπέ τη εκκλησία» (Ματθ. 18, 17)

Το «ειπέ τη Εκκλησία» δεν έχει την έννοια ότι πρέπει όλα να γίνωνται γνωστά, γιατί σήμερα δεν είναι όλοι Εκκλησία....

Πηγή: http://www.egolpion.com/vios_paisiou.el.aspx

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Πορφύριος



«Ὁ Χριστὸς εἶναι φίλος καὶ τὸ φωνάζει:

Σᾶς ἔχω φίλους, βρὲ δὲν τὸ καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια.
Βρέ, ἐγὼ δὲν βαστάω τὴν κόλαση στὰ χέρια, δὲν σᾶς φοβερίζω·
σᾶς ἀγαπάω!»

«Ἀγαπήσατε τὸν Χριστὸν
καὶ μηδὲν προτιμῆστε τῆς Ἀγάπης Αὐτοῦ»

Γέρων Πορφύριος

ΒΙΟΣ


Παιδικά χρόνια

Ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας, που είναι κοντά στο Αλιβέρι. Οι γονείς του ήσαν πτωχοί, αλλ’ ευσεβείς γεωργοί. Ο πατέρας του ονομαζόταν Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και η μητέρα του Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου. Ο πατέρας του είχε κλήση μοναχική, αλλά τελικά δεν έγινε μοναχός. Υπήρξε, όμως, ψάλτης στο χωριό του και δίδαξε στο Γέροντα την παράκληση της Παναγίας και ό,τι άλλο μπορούσε από την αγία πίστη μας.

Ο Γέροντας Πορφύριος κατά τη βάπτισή του πήρε το όνομα Ευάγγελος, ήταν δε το τέταρτο από τα πέντε παιδιά των γονέων του. Η φτώχεια ανάγκασε τον πατέρα του Γέροντα να ξενιτευτεί και να πάει να δουλέψει στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Φοίτησε στο σχολείο του χωριού του μόνο για δύο χρόνια. Από οκτώ χρονών εργαζόταν. Έπιασε δουλειά στο ανθρακωρυχείο της περιοχής του και στη συνέχεια σε παντοπωλείο στη Χαλκίδα και στον Πειραιά.

Ο Γέροντας ως παιδί είχε έντονα πρόωρη ανάπτυξη. Όπως διηγήθηκε ο ίδιος, από οκτώ χρονών ξυριζόταν. Από την παιδική ηλικία ήταν σοβαρός, εργατικότατος, επιμελής και έδειχνε πολύ μεγαλύτερος από τα χρόνια του.



Στο Άγιον Όρος
Η μοναχική κλήσις

Διαβάζοντας το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη συλλαβιστά, εκεί που έβοσκε τα πρόβατα, αλλά και όταν δούλευε στο παντοπωλείο, αισθάνθηκε τον πόθο να τον μιμηθεί. Αρκετές φορές ξεκίνησε για το Άγιον Όρος, αλλά για διάφορους λόγους γύριζε πίσω. Τελικά, μεταξύ δώδεκα και δεκατεσσάρων ετών, ξεκίνησε με σταθερή απόφαση να φθάσει. Και ο Κύριος ευλόγησε την απόφασή του και έφθασε.

Ο προνοητής των πάντων και κυβερνήτης της ζωής μας Κύριος έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε να συναντήσει μέσα στο καράβι, που πήγαινε από τη Θεσσαλονίκη στο Άγιον Όρος, το μέλλοντα Γέροντά του, τον ιερομόναχο και πνευματικό Παντελεήμονα. Αυτός τον ανέλαβε υπό την προστασία του μέσα από το καράβι, τον παρουσίασε ως ανεψιό του και τον έμπασε στο Άγιον Όρος, παρόλον που δεν επιτρεπόταν τότε η είσοδος στα παιδιά
Η μοναχική ζωή

Ο Γέροντάς του, ο παπα-Παντελεήμονας, τον οδήγησε στα Καυσοκαλύβια, στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου, στην οποία ασκήτευε μαζί με τον ομομήτριο αδελφό του παπα-Ιωαννίκιο.




Έτσι ο Γέροντας Πορφύριος απέκτησε ταυτόχρονα δύο Γεροντάδες και έκανε και στους δύο άκρα, αδιάκριτη και χαρούμενη υπακοή. Επιδόθηκε με ζήλο στην εκούσια άσκηση και το παράπονό του ήταν ότι οι Γέροντές του δεν του απαιτούσαν ακόμη μεγαλύτερη. Δεν γνωρίζουμε ακόμη επακριβώς τα ασκητικά παλαίσματά του, γιατί δεν μιλούσε γι’ αυτά. Από τα λίγα, που ανέφερε σπανίως σε ελάχιστα πνευματικά του παιδιά, συμπεραίνουμε ότι η άσκησή του ήταν συνεχής, εντατική, χαρούμενη και σκληρή. Ξυπόλυτος στα χιόνια και στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Με λίγο ύπνο στο πάτωμα, με μια κουβέρτα και με ανοιχτό το παράθυρο, ακόμη κι όταν χιόνιζε. Με πολλές μετάνοιες, με γυμνό το σώμα από τη μέση και πάνω για να μην τον ενοχλεί η νύστα. Με εργασία την ξυλογλυπτική και στο ύπαιθρο, για ξύλα, για σαλιγκάρια, για κουβάλημα χώματος στην πλάτη από μεγάλες αποστάσεις, προκειμένου να δημιουργηθεί μικρός κήπος στα βραχώδη μέρη της καλύβης του Αγίου Γεωργίου.

Και ταυτόχρονα εντονώτατη συγκέντρωση της προσοχής στα αναγνώσματα και τα τροπάρια των ιερών ακολουθιών και αποστήθισή τους. Επί πλέον αποστήθιση των ιερών Ευαγγελίων κατά τη διάρκεια του εργοχείρου και συνεχής επανάληψή τους, ώστε στο μυαλό να μη μπορεί να μπει αργός λόγος ή μη καλός λογισμός. Ήταν, κατά το χαρακτηρισμό, που ο ίδιος έδωσε στη ζωή του εκείνα τα χρόνια “αεικίνητος”.

Αλλά το βασικό, το κύριο γνώρισμα της άσκησής του, δεν ήταν τα σωματικά παλαίσματα. Ήταν η πλήρης υποταγή στο Γέροντά του, η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν, η ολοκληρωτική εξαφάνιση του θελήματός του μέσα στο θέλημα εκείνου, η γεμάτη αγάπη, εμπιστοσύνη και θαυμασμό αφοσίωσή του στο Γέροντά του, η ταύτισή του με εκείνον, η οποία τον έκανε δεκτικό της διοχέτευσης των βιωμάτων του στη δική του ζωή. Αυτό είναι το μυστικό, αυτό είναι το κλειδί, το ουσιώδες και κύριο.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, αλλά φαίνεται ότι σύντομα μετά την εγκαταβίωσή του στο Άγιον Όρος, εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Νικήτας.


Η επίσκεψη της θείας Χάριτος

Σ’ αυτόν το γεμάτο φλόγα νέο μοναχό, που τάδωσε όλα για την αγάπη του Χριστού και που δεν υπολόγισε ποτέ κόπους και αγώνες, δεν είναι παράδοξο ότι αναπαύθηκε αισθητά η θεία Χάρις. Ήταν ξημερώματα, ο κεντρικός ναός των Καυσοκαλυβίων, το Κυριακό, ήταν ακόμη κλειστός. Ο μοναχός Νικήτας, όμως, περίμενε σε μια γωνιά του προνάρθηκα να κτυπήσουν οι καμπάνες και ν’ ανοίξει η εκκλησία.

Δεύτερος μπήκε στον προνάρθηκα ο γερο-Δημάς, πρώην Ρώσος αξιωματικός, ενενηκοντούτης, ασκητής, κρυφός άγιος και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν άλλος εκεί (δεν είδε το μοναχό Νικήτα που ήταν απόμερα), άρχισε να κάνει στρωτές μετάνοιες και να προσεύχεται μπροστά στην κλειστή πόρτα του ναού. Η θεία Χάρις ξεχείλισε από τον όσιο γερο-Δημά και έλουσε και κατεκάλυψε τον έτοιμο να τη δεχθεί νεαρό Νικήτα. Τα αισθήματά του δεν περιγράφονται. Γεγονός είναι ότι μετά τη θεία Λειτουργία και τη θεία Κοινωνία του ο νεαρός μοναχός Νικήτας αισθανόταν τέτοια αισθήματα, ώστε, πηγαίνοντας για το καλύβι του, σταμάτησε, άνοιξε τα χέρια του τεντωμένα και φώναζε δυνατά “Δόξα Σοι, ο Θεός. Δόξα Σοι, ο Θεός. Δόξα Σοι, ο Θεός”.

Την επίσκεψη της Χάριτος ακολούθησε μια ριζική αλλαγή των ψυχοσωματικών ιδιοτήτων του νεαρού μοναχού Νικήτα. Ήταν η αλλοίωσις, η εκ της δεξιάς του Υψίστου. Ενεδύθη δύναμιν εξ ύψους και απέκτησε χαρίσματα υπερφυσικά.

Πρώτο σημείο ήταν ότι “διείδε” από μεγάλη απόσταση τους Γέροντές του, που επέστρεφαν από μακριά. Τους “διείδε” εκεί που ήσαν, ενώ ανθρωπίνως δεν ήσαν ορατοί. Αυτό το εξομολογήθηκε στον παπα-Παντελεήμονα, ο οποίος του σύστησε προσοχή και σιωπή. Συμβουλές, προς τις οποίες συμμορφώθηκε, μέχρις ότου έλαβε άλλη εντολή. Έπειτα ακολούθησαν και άλλα. Τα αισθητήριά του ευαισθητοποιήθηκαν σε ανυπέρβλητο βαθμό και οι ανθρώπινες δυνατότητές του αναπτύχθηκαν στο έπακρο.

Άκουε και γνώριζε τις φωνές των πουλιών και των ζώων, τόσο ως προς την προέλευση όσο και προς το νόημά τους. Οσφραινόταν τις ευωδιές από μεγάλες αποστάσεις. Αναγνώριζε τα αρώματα και τη σύνθεσή τους. Διέκρινε από πάρα πολύ μακριά τις ευωδιές των λουλουδιών. “Έβλεπε”, όταν ύστερα από ταπεινή προσευχή ερχόταν στην κατάλληλη κατάσταση, στα βάθη της γης και στο χάος του ουρανού, νερά, πετρώματα, πετρέλαια, ραδιενέργεια, θαμμένα αρχαία, κρυμμένους τάφους, ρωγμές στα έγκατα της γης, υπόγειες, πηγές, χαμένες εικόνες, σκηνές που είχαν διαδραματισθεί αιώνες πριν, προσευχές που είχαν αναπεμφθεί, πνεύματα αγαθά και πονηρά, την ψυχή την ίδια το κάθε τι. Δοκίμαζε το νερό από το βάθος της γης και μετρούσε τα απρόσιτα. Ρωτούσε τα βράχια και του διηγόντουσαν τα παλαίσματα των προ αυτού ασκητών. Κύτταζε και θεράπευε. Έψαυε και ιάτρευε. Ηύχετο και εγένοντο. Αλλά ποτέ δεν διανοήθηκε να χρησιμοποιήσει τα χαρίσματα αυτά του Θεού για δικό του όφελος. Ποτέ δεν παρακάλεσε να γίνει καλά από δική του αρρώστια. Ποτέ δεν θέλησε να κερδίσει κάτι από κάποια γνώση που του πρόσφερε η θεία Χάρη.

Η διόρασή του, όσες φορές ενεργούσε, του αποκάλυπτε τα απόκρυφα των ανθρωπίνων διαλογισμών. Μπορούσε με τη χάρη του Θεού να βλέπει το παρελθόν και το παρόν και το μέλλον ταυτόχρονα. Επιβεβαίωνε ότι ο Θεός είναι παντογνώστης και παντοδύναμος. Κατόπτευε και ψηλαφούσε την κτίση από τα άκρα του σύμπαντος μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και Ιστορίας. Ίσχυε γι’ αυτόν το: “Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται” (Α΄ Κορ. ιβ΄ 15).

Η ζωή μέσα στη Χάρη όμως είναι ένα άγνωστο μυστήριο για μας. Και κάθε επιπλέον λέξις θα είναι αυδάδης ενασχόληση με θέματα που αγνοούμε. Αυτά ο Γέροντας τα τόνιζε πάντοτε σε όλους όσοι απέδιδαν τις ικανότητές του σε άλλα αίτια εκτός από τη Χάρη του Θεού. Έλεγε επιγραμματικά και ξανάλεγε: “Δεν είναι επιστήμη, δεν είναι τέχνη, είναι ΧΑΡΙΣ”.


Η επάνοδος στον κόσμο

Ο μοναχός Νικήτας ποτέ δεν σκέφθηκε να αφήσει το Άγιον Όρος και να γυρίσει στον κόσμο. Ο πύρινος θείος έρωτάς του προς το Σωτήρα Χριστό μας τον έσπρωχνε να επιθυμεί και να ονειρεύεται να βρεθεί στην απόλυτη έρημο, μόνος με μόνον τον άκρον των εφετών, τον γλυκύτατο Ιησού.

Όμως, μια βαρειά πλευρίτιδα, που άρπαξε μαζεύοντας σαλιγκάρια στα απόκρημνα βράχια, η οποία τον βρήκε καταεξαντλημένο από τη συνεχή υπεράνθρωπη άσκηση, ανάγκασε τους Γεροντάδες του να του δώσουν εντολή να εγκατασταθεί σ’ ένα μοναστήρι στον κόσμο, για να γίνει καλά. Υπάκουσε και γύρισε, αλλά, μόλις συνήλθε, επέστρεψε στην καλύβη της μετανοίας του. Ξαναρρώστησε όμως, και έτσι οι Γέροντές του με μεγάλη θλίψη τον ξανάστειλαν στον κόσμο οριστικά.

Έτσι τον βρίσκουμε να μονάζει στα δεκαεννέα του χρόνια στη Μονή Λευκών του Αγίου Χαραλάμπους, κοντά στη γενέτειρά του. Συνέχισε κι εδώ την αγιορείτικη τακτική του, “τα ψαλτήρια του” και τα όμοια, μόνο που αναγκαστικά περιόρισε τη νηστεία του μέχρις ότου αποκατασταθεί η υγεία του.
Χειροτονείται ιερεύς

Στο μοναστήρι αυτό τον βρήκε, όταν έμενε για λίγο εκεί ως φιλοξενούμενος επισκέπτης, ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος ο Γ΄. Από τη συζήτηση μαζί του διέγνωσε την αρετή του και τα θεία χαρίσματά του και τόσο εντυπωσιάσθηκε, ώστε στις 26 Ιουλίου του 1927, εορτή της Αγίας Παρασκευής, τον χειροτόνησε διάκονο και την επομένη, εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, τον προεχείρισε πρεσβύτερο, ως σιναΐτη και τον ονόμασε Πορφύριο. Οι χειροτονίες έγιναν στο παρεκκλήσιο του εν Κύμη επισκοπείου της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστίας, συμπροσευχομένου και του τότε Μητροπολίτου αυτής κυρού Παντελεήμονος Φωστίνη. Ήταν τότε ο Γέροντας εικοσιενός μόνο ετών.

Πνευματικός

Στη συνέχεια ο τότε επιχώριος Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων του ανέθεσε, με την κεκανονισμένη ενταλτήρια επιστολή, έργον πνευματικού. “Δεικνύς το ανθρώπινον” ο Γέροντας και “φιλοπόνως” εργαζόμενος το δοθέν σ’ αυτόν νέο τάλαντον μελέτησε το Εξομολογητάριον. Ο Γέροντας ΠορφύριοςΑλλ’ όταν εδοκίμασε να εφαρμόσει κατά γράμμα τα αναγραφόμενα σ’ αυτό επιτίμια, διαπίστωσε ότι χρειαζόταν εξατομικευμένη μεταχείριση των πιστών και πολύ προβληματίστηκε. Αλλά βρήκε στον Άγιο Βασίλειο τη λύση, που συμβουλεύει: “Πάντα δε ταύτα γράφομεν, ώστε τους καρπούς δοκιμάζεσθαι της μετανοίας. Ου γαρ πάντως τω χρόνω κρίνομεν ταύτα, αλλά τω τρόπω της μετανοίας προσέχομεν” (Επιστ., 217, αρ. 84). Και αποστήθισε τη συμβουλή και την εφάρμοσε. Μέχρι τα βαθειά του γεράματα την υπενθύμιζε στους νεώτερους πνευματικούς.

Έτσι ωριμασμένος ο νεαρός ιερομόναχος Πορφύριος άσκησε ευδοκίμως, με τη χάρη του Θεού, το έργο του πνευματικού στην Εύβοια μέχρι το 1940. Αναδεχόταν καθημερινώς τις εξομολογήσεις πλήθους πιστών, πολλές μάλιστα φορές για πολλές αδιάκοπες ώρες. Γιατί η φήμη του ως πνευματικού, γνώστου της ψυχής και ασφαλούς οδηγού, πολύ σύντομα διαδόθηκε στα περίχωρα και πολύς κόσμος συνέρεε στο εξομολογητήριό του στην Ιερά Μονή Λευκών, κοντά στο Αυλωνάρι της Ευβοίας, ώστε μερικές φορές να περνά όλη την ημέρα και τη νύχτα χωρίς διακοπή και χωρίς ανάπαυση, στην εκπλήρωση του ιερού αυτού έργου και Μυστηρίου. Τους προσερχομένους βοηθούσε και με το διορατικό του χάρισμα, με το οποίο τους οδηγούσε στην αυτογνωσία, την ειλικρινή εξομολόγηση και την εν Χριστώ ζωή. Με το ίδιο χάρισμα αποκάλυπτε και πολλές πλεκτάνες του πονηρού και έσωζε ψυχές από τα δίκτυά του και τις μεθοδείες του.
Αρχιμανδρίτης

Το 1938 του απονεμήθηκε, και πάλι από το Μητροπολίτη Καρυστίας, το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη: “προς βράβευσιν των υπηρεσιών σου, ας υπέρ της Εκκλησίας προσήνεγκας μέχρι σήμερον ως Πνευματικός Πατήρ και δια τας χρηστάς ελπίδας, ας τρέφει εις σε η Αγία ημών Εκκλησία”, όπως επί λέξει γράφει το υπ’ αριθμ. πρωτ. 92/10-2-1938 έγγραφον του εν λόγω Μητροπολίτου, του οποίου, πράγματι, με τη χάρη του Θεού επιβεβαιώθηκαν οι χρηστές ελπίδες.
Εφημέριος στους Τσακαίους Ευβοίας
και στη Μονή Αγίου Νικολάου Άνω Βάθειας

Για λίγους μήνες τοποθετήθηκε από τον οικείο Μητροπολίτη ιερέας στο χωριό Τσακαίοι της Εύβοιας, όπου η αγαθή ανάμνηση του περάσματός του διατηρείται ακόμη σε μερικούς από τους παλαιότερους. Γύρω στο 1938 τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στην εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη (τότε) ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνω Βάθειας Ευβοίας, που υπάγεται στην ιερά Μητρόπολη Χαλκίδας. Είχε αποχωρήσει από την ιερά Μονή του Αγ. Χαραλάμπους, επειδή μετετράπη σε γυναικεία.

Στην έρημο της Ομονοίας

Άγιος Γεράσιμος ΠολυκλινικήςΕνώ η λαίλαπα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου προσήγγιζε την Ελλάδα, ο πανάγαθος Κύριος επιστράτευσε τον πιστό δούλο του Πορφύριο σε νέα υπηρεσία, πλησιέστερη προς το δοκιμαζόμενο λαό του. Από τις 12 Οκτωβρίου 1940 του ανατέθηκαν καθήκοντα προσωρινού εφημέριου στο παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου της Πολυκλινικής Αθηνών, που βρίσκεται στη γωνία των οδών Σωκράτους και Πειραιώς, δίπλα στην Ομόνοια. Στη θέση αυτή ζήτησε ο ίδιος να διορισθεί, διότι, από μεγάλη και σφοδρή αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, ήθελε να βρίσκεται κοντά του στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής του, όταν ο πόνος και η νόσος και ο επικείμενος θάνατος απεδείκνυαν άχρηστες όλες τις άλλες ελπίδες, εκτός της ελπίδας του Χριστού.

Για το διορισμό στη θέση αυτή υπήρχε και άλλος ενδιαφερόμενος με μεγάλα τυπικά προσόντα, αλλά ο Κύριος φώτισε το διευθύνοντα στην Πολυκλινική να προτιμήσει τον αγράμματο κατά κόσμον και σοφό κατά Θεόν, ταπεινό, αλλά χαριτωμένο Πορφύριο. Για την εκλογή του αυτή ο επιλέξας έχαιρε αργότερα και διηγείτο έκθαμβος ότι βρήκε αληθινό ιερέα λέγοντας: “Βρήκα παπά τέλειο, όπως τον θέλει ο Χριστός”.

Στην Πολυκλινική άσκησε τα καθήκοντα του εφημέριου επί τριάντα συνεχή έτη ως εν ενεργεία εφημέριος και επί τρία εν συνεχεία οικειοθελώς και περιορισμένος κάπως, προς εξυπηρέτηση των αναζητούντων αυτών εκεί πνευματικών του τέκνων. Ασκήθηκε συνολικά 33 έτη στην έρημο της Ομονοίας, όπως έλεγε ο ίδιος, αντί της ερήμου του Αγίου Όρους, όπως ποθούσε η ψυχή του. Εδώ, παραλλήλως προς το έργο του εφημερίου, το οποίο ασκούσε με τέλεια ευλάβεια και αφοσίωση, τελώντας με θαυμαστή ιεροπρέπεια της εκκλησιαστικές ακολουθίες, εξομολογώντας, νουθετώντας και θεραπεύοντας τις ψυχικές και πολλάκις και τις σωματικές αρρώστιες των ασθενών, ασκούσε και το έργο του πνευματικού για όλους όσους πήγαιναν σ’ αυτόν.

“Ταις χρείαις μου και τοις ούσιν μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται” (Πράξ., κ΄, 34)
Ο Γέροντας Πορφύριος, ελλείψει τυπικών προσόντων, ελάμβανε ως εφημέριος της Πολυκλινικής γλισχρότατες αποδοχές, οι οποίες δεν επαρκούσαν για τη συντήρηση τόσο του εαυτού του, όσον και των γονέων του και μερικών άλλων στενών οικείων του, των οποίων την προστασία είχε αναλάβει. Γι’ αυτό αναγκάσθηκε να εργασθεί βιοποριστικά και οργάνωσε μαζί τους διαδοχικά ορνιθοτροφείο και πλεκτήριο. Επιπλέον, από ζήλο για τη μυσταγωγικότερη τέλεση των ιερών ακολουθιών, επιδόθηκε στη σύνθεση αρωμάτων, καταλλήλων για την παρασκευή του χρησιμοποιουμένου στη θεία λατρεία μοσχοθυμιάματος, επιτυγχάνοντας άριστα αποτελέσματα. Μάλιστα, κατά την δεκαπενταετία του 1970 είχε επιτύχει την πρωτότυπη εφεύρεση, να ενοποιήσει το καρβουνάκι με το άρωμα του θυμιάματος και να θυμιατίζει μόνο με το ιδικής του συνθέσεως σιγοκαίον καρβουνάκι, το οποίο απέπνεε πνοή ευωδίας πνευματικής.
Άγιος Νικόλαος Καλλισίων

Ο Γέροντας Πορφύριος στον Άγιο Νικόλαο ΚαλλισίωνΑπό το 1955 είχε μισθώσει από την ιερά Μονή Πεντέλης το ευρισκόμενο στην Παλαιά Πεντέλη μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή του, την οποία καλλιεργούσε συστηματικά και φιλόπονα, θέλοντας να συστήσει εκεί το ησυχαστήριο, που τελικά εγκατέστησε αλλού. Βελτίωσε τις πηγές, κατασκεύασε αρδευτικό δίκτυο, φύτευσε πολλά δένδρα και με σκαπτικό μηχάνημα, το οποίο χειριζόταν ιδιόχειρα, καλλιεργούσε τη γη. Όλα δε αυτά παράλληλα προς το νυχθήμερο εφημεριακό και εξομολογητικό του έργο.

Εκτιμούσε ιδιαιτέρως την εργασία και καμιά ανάπαυση δεν επέτρεπε στον εαυτό του, γνωρίζοντας από πείρα και όχι από τα βιβλία αυτό, που γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: “Ο Θεός και οι άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσιν, ο δε διάβολος και οι εργάται αυτού εν αναπαύσει”.
Αποχωρεί από την Πολυκλινική

Στις 16.3.1970 έλαβε μικρή σύνταξη από το Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος, ως συμπληρώσας τριακονταπενταετία και αποχώρησε τυπικά από την υπηρεσία του στην Πολυκλινική.

Παρέμεινε όμως κατ’ ουσίαν λίγο ακόμη, μέχρι προσλήψεως του διαδόχου του. Αλλά και μετά ταύτα συνέχισε για λίγο διάστημα να μεταβαίνει στην Πολυκλινική, για να συναντά τα πολυπληθή πνευματικά του τέκνα, που τον αναζητούσαν εκεί. Τελικά, γύρω στο 1973, περιόρισε στο ελάχιστο τις μεταβάσεις του στην Πολυκλινική και δεχόταν τα πνευματικά του τέκνα στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων Πεντέλης, όπου λειτουργούσε και εξομολογούσε.



“Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται”

Ο Γέροντας Πορφύριος πέρα από την αρχική ασθένειά του, εξαιτίας της οποίας και βγήκε από το Άγιον Όρος, δοκιμάσθηκε και με πολλές άλλες, κατά καιρούς, ασθένειες.

Προς το τέλος της υπηρεσίας του στην Πολυκλινική αρρώστησε από πάθηση των νεφρών και εγχειρίσθηκε πολύ καθυστερημένα. Αυτό έγινε, διότι εργαζόταν ακούραστα, παρά την ασθένειά του. Είχε συνηθίσει να υπακούει “μέχρι θανάτου” και έτσι υπάκουσε ακόμη και στο Διευθυντή της Πολυκλινικής, ο οποίος του είπε να αναβάλει την εγχείρηση, για να να εκτελέσει τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος… Το αποτέλεσμα ήταν να περιέλθει σε κωματώδη κατάσταση και να ειδοποιηθούν οι οικείοι του από τους ιατρούς να μεριμνήσουν για την κηδεία του. Αλλά ο Γέροντας επανήλθε στην κατά σάρκα ζωή, για να συνεχίσει να υπηρετεί το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Παλαιότερα είχε υποστεί και κάταγμα του ποδιού, για το οποίο διηγήθηκε ένα θαυμαστό γεγονός μερίμνης γι’ αυτόν του Αγίου Γερασίμου, στο ναΰδριο του οποίου, στην Πολυκλινική, ιερουργούσε.

Επίσης, λόγω των κόπων του κατά τη μεταφορά βαριών φορτίων στο σπίτι του στα Τουρκοβούνια, όπου έμενε για πολλά χρόνια, επεδεινώθη η κήλη του, από την οποία πολύ εταλαιπωρείτο μέχρι της κοιμήσεώς του.

Στις 20.8.1978, ευρισκόμενος στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων, υπέστη έφραγμα του μυοκαρδίου και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσηλευτήριο “Υγεία”, όπου ενοσηλεύθη επί 20ήμερον. Όταν βγήκε από την κλινική, συνέχισε τη νοσηλεία του σε σπίτια μερικών πνευματικών του παιδιών μέσα στην Αθήνα, γιατί στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων δεν μπορούσε να μεταβεί ελλείψει δρόμου, αφού έπρεπε να διανύσει πεζός μεγάλη απόσταση, ενώ το σπίτι του στα Τουρκοβούνια δεν παρείχε ούτε τις στοιχειωδέστερες ανέσεις και, ακόμα, γιατί έπρεπε να είναι κοντά στους γιατρούς.

Αργότερα, όταν πλέον είχε εγκατασταθεί σε προχειρότατο οικίσκο του κατασκευαζομένου στο Μήλεσι μετοχίου του Ησυχαστηρίου που είχε ιδρύσει, υποβλήθηκε σε εγχείρηση καταρράκτη στο αριστερό μάτι και από σφάλμα του γιατρού καταστράφηκε το μάτι και μετά από λίγα χρόνια (1987) ο Γέροντας τυφλώθηκε εντελώς. Κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως ο γιατρός, χωρίς την έγκριση του Γέροντα, που είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στα φάρμακα και ακόμη μεγαλύτερη στην κορτιζόνη, του έκανε ένεση ισχυρής δόσεως κορτιζόνης. Συνέπεια αυτού ήταν ότι υπέστη μετά από λίγο χρόνο συνεχείς γαστρορραγίες που επαναλαμβανόντουσαν επί τρίμηνον και πλέον.

Εξαιτίας της καταστάσεως αυτής δεν μπορούσε να τραφεί κανονικά και διατηρήθηκε με μερικές κουταλιές γάλα και νερό την ημέρα, με αποτέλεσμα να φτάσει στον έσχατο βαθμό της εξαντλήσεως, μέχρι σημείου να μη μπορεί ούτε καθιστός να σταθεί. Του έγιναν περίπου 12 μεταγγίσεις, όλες στο κατάλυμά του στο Μήλεσι και τελικώς επεβίωσε, χάριτι Θεού, παρ’ όλον ότι και πάλι δρασκέλισε το κατώφλι του θανάτου.

Έπασχε επίσης από σταφυλοκοκκική δερματίτιδα στο χέρι, χρονία βρογχίτιδα και αδένωμα (καρκίνο) της υποφύσεως στο κρανίο.

Από τότε διεταράχθη σφοδρά η σωματική του υγεία, αλλά συνέχισε το έργο του πνευματικού συμβούλου και, όσο μπορούσε, του εξομολόγου, διεκπεραιώνοντας αυτά πάρα πολλές φορές μέσα σε φρικτούς πόνους.

Αποκαλυπτική και συγκλονιστική μαρτυρία για τις ασθένειες και την ιώβειο υπομονή του Γέροντα απέναντι σ’ αυτές αποτελεί η επιστολή του Γεωργίου Παπαζάχου (περιοδ. Σύναξη, Ιαν.-Μάρτιος 2002, σελ. 93-97), επίκουρου Καθηγητή της Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θεράποντος ιατρού του Γέροντος Πορφυρίου.


Η πνευματική διαθήκη του

Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά,

Γέροντας ΠορφύριοςΤώρα που ακόμη έχω τας φρένας μου σώας, θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν πτωχοί, είχε πάει στη διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές, σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρόνων, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά. Και θέλοντας να τον μιμηθώ, με πολύ αγώνα, έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχθηκα σε δύο Γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς το Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, για τις αμαρτίες μου, αρρώστησα πολύ και οι Γέροντές μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιο Ιωάννην Ευβοίας.

Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες, όταν ξαναπήγα στον κόσμο, συνέχισα τις αμαρτίες, οι οποίες μέχρι σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήραν από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα και γνωρίζω ότι γι’ αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλά όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα, διότι και εγώ, όταν ζούσα, πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας. Αλλά όμως, τώρα που θα πάω για τον ουρανό, έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πη: Τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω: Δεν είμαι άξιος, Κύριε, για εδώ, αλλά ό,τι θέλει η αγάπη σου ας κάμη για μένα. Από εκεί και πέρα, δεν ξέρω τι θα γίνη. Επιθυμώ όμως να ενεργήση η αγάπη του Θεού.

Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώση να μπούμε στην επίγειο άκτιστη Εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχωμαι και να διαβάζω τους ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρι του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο.

Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ό,τι σας στενοχώρησα

Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/17 Ιουνίου 1991

Ο Γέροντας Πορφύριος κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1991 στο Κελί του στα Καυσοκαλύβια.

Πηγή: http://www.porphyrios.net/
Διαβάστε περισσότερα...

Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: Ο Άγιος φίλος των λεπρών



Ο κρυφός γελαστός άγιος τού Αιγάλεω

Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής & πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέργεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής (δες παρακάτω).

Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".



Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά & Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του.

Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.

Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.



Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία)].
[...] «Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους.

Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.

Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ως την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).

Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».

Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.

Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).

H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")

Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.
«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".

"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.

"Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.

"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.

Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.

Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".

Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".

"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".

Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».
[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση)].



Ο γέροντας Ευμένιος μιλούσε πολύ για την ταπείνωση λέγοντας..

''χωρίς ταπείνωση δεν στεριώνει καμιά αρετή γιατί δεν υπάρχει βάση να πατήσει .Αυτός που θέλει να αποκτήσει αρετές να ξεκινά από την ταπείνωση .Χωρίς ταπείνωση θα γίνει περίγελο των δαιμόνων ,είναι σαν να θέλει να οικοδομήσει πάνω στην άμμο. Η ταπείνωση προφυλάσσει το θησαυρό και η υπερηφάνεια τον σκορπίζει''

Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)

Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.
Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή.

Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.
Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ δες σχετικό βιβλίο].

Παρακάτω σας μεταφέρω μερικά θαύματα και θεραπείες του Γέροντα Ευμένιου από το βιβλίο του Αντωνίου Χαραλ- Σαριδάκη «ο Αγιος Γέροντας Ευμένιος»

Θεραπεία από Καρκίνο (μαρτυρίες)

Είχα γνωρίσει το γιό ενός παιδικού μου φίλου που είχε καρκίνο στους λεμφαδένες προχωρημένης μορφής και βάδιζε προς τον θάνατο. Ήταν πριν από το Πάσχα του 1998.Εκεί που μιλούσα με μια θεία του ξαφνικά της λέω ότι θα ζήσει κάνοντας την σκέψη ότι ο Παππούλης με την προσευχή του θα το κάνει καλά ,επικαλούμενος την βοήθεια του θεού. Και ως εκ θαύματος ο Γέροντας προσευχήθηκε και το παιδί έγινε τελείως καλά. Λέει το πνευματικοπαίδι:το σκέφτομαι και μου έρχεται ανατριχίλα ..το παιδί από ετοιμοθάνατο έγινε τελείως καλά ,του έκαναν εξετάσεις γενικές μετά και αξονικές τομογραφίες και δεν του βρήκαν τίποτα απολύτως. Τώρα αυτό το παιδί είναι υγιέστατο και χαίρεται την ζωή. Ευχαριστώ Μ……


Ξαναβρήκε την φωνή της(μαρτυρία)

Η Στέλλα είχε χάσει την φωνή της τελείως ,την πήραν λοιπόν οι δικοί της και την πήγαν στο κελί του Γέροντα για να της κάνει τα απαιτούμενα διαβαστικά ..μόλις τους είδε ο Γέροντας τους λέει καλώς τους σας περίμενα.. όλα ήταν έτοιμα πορτοκαλάδες παξιμαδάκια κουλουράκια και το τσάι βρασμένο στην τσαγιέρα. Ήταν έτοιμο το τραπέζι και τους περίμενε χωρίς κανείς να τον ενημερώσει γι την επίσκεψη. Από το κελί πέρασαν στον ναό των Αγίων Αναργύρων που είναι δίπλα ,γονάτισαν όλοι και άρχισε ο πάτερ να διαβάζει παράκληση .Όταν τελείωσε την παράκληση άρχισε να ψάλει το τροπάριο των Θεοφανίων»Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…»καθ ότι ήταν την περίοδο αυτή και παρότρυνε όλους τους παρευρισκόμενους να ψάλουν όλοι μαζί καθώς και η άρρωστη. Μάλιστα τους φώναξε να ψάλουν με κατάνυξη και δυνατά σαν να τους διάτασσε.. «όλοι μαζί» φώναξε «όλοι μαζί» και ξαφνικά ακούνε και την Στέλλα να ψάλει κι αυτή μαζί τους ενώ όπως έλεγε αργότερα αισθάνθηκε μια δύναμη να της πιέζει το λαιμό και να την αναγκάζει να ξεφωνίζει και να επανέλθει στη φυσιολογικά της κατάσταση.

Θεραπεία ρευματικής αρθρίτιδας

Η Μαρία από το Ροτάσι είχε σοβαρό πρόβλημα με τα πόδια της ,παρά το ότι είναι μέσης ηλικίας δυσκολευόταν να σταθεί στα πόδια της όρθια και να βαδίσει ,τα πόδια της ήταν πολύ πρησμένα και ιδιαίτερα τα γόνατά της που δεν μπορούσε να τα λυγίσει καθόλου. Είχε την μεγάλη επιθυμία να κάνει γονατιστές μετάνοιες όπως συνήθιζε την προσευχή της τόσο στην εκκλησία όσο και στο σπίτι όταν προσευχόταν, μα ήταν αδύνατο δεν μπορούσε να λυγίσει καθόλου τα γόνατά της ,εάν με μεγάλη προσπάθεια κατάφερνε να γονατίσει ,δεν μπορούσε μετά να σηκωθεί αν δεν την βοηθούσαν δύο άτομα πιάνοντας την από τις μασχάλες. Είχε πάει σε γιατρούς ,είχε κάνει ενέσεις ,έκανε εντριβές με διάφορες αλοιφές, έπαιρνε φάρμακα αλλά τίποτα οι πόνοι ήταν οδυνηροί και η κατάστασή της χειροτέρευε μέρα τη μέρα .Η ρευματική αρθρίτιδα δεν υποχωρούσε και το πρήξιμο μεγάλωνε. Μια μέρα που βρισκόταν στην εκκλησία εν ώρα θείας λειτουργίας αναστέναξε και είπε «ω μακαριστέ ’γιε Πατέρα Ευμένιε βοήθησε με να γονατίσω στο Σα εκ των Σων όπως γονάτιζα πριν αρρωστήσω».Το έλεγε και έτρεχαν τα δάκρυά της «δεν αντέχει η ψυχή μου να κάθομαι καθηλωμένη στην καρέκλα.. βοήθησε με σε παρακαλώ».Η Μαρία είχε τόση πίστη και τόση σιγουριά που πίστευε ότι ο μακαριστός Γέροντας θα την ακούσει οπωσδήποτε και θα την βοηθήσει. Έτσι όταν ο Ιερέας φώναξε «τα Σα εκ των Σων» η Μαρία έπεσε κάτω αστραπιαία χωρίς να ζητήσει βοήθεια από κανένα .Μάλιστα γονάτισε και ακούμπησε το κεφάλι της στο δάπεδο ,εκεί σε αυτή την στάση έμεινε καρφωμένη και ακίνητη μέχρι που τελείωσε και ο ύμνος της Παναγίας μας το «’ξιον εστί ως αληθώς» χωρία καθόλου να κουραστεί η να πονέσουν τα πόδια της ,αντίθετα σηκώθηκε μετά με μεγάλη άνεση και χωρίς την βοήθεια κανενός.
Από την ημέρα αυτή τα πόδια της άρχισαν να ξεπρήζονται μέχρι που έγιναν τελείως καλά. Τώρα η Μαρία είναι τελείως καλά και ευχαριστεί το θεό που την θεράπευσε με τις πρεσβείες του Μακαριστού Ευμένιου

Η κοίμηση του Πατήρ Ευμενίου έγινε στις 23 Μαΐου το1999 ημέρα Κυριακή.

Πηγή: http://www.oodegr.com/oode/sygxronoi/evmenios_saridakis_1.htm

http://www.erotokritos.gr/index.php?topic=news&nid=1551

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Άγιος Βησσαρίωνας


Σημείο Θεού – Bησσαρίων ο Αγαθωνίτης

Σημείο διαφωνιών και αντικρούσεων αποτέλεσε ο Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης († 22 Ιανουαρίου 1991), του οποίου το σκήνωμα βρέθηκε άφθαρτο κατά την ανακομιδή του λειψάνου του, δεκαπέντε χρόνια μετά την κοίμησή του. Ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Αγάθωνος, ο οποίος γνώριζε από τα μαθητικά του χρόνια τον Γέροντα Βησσαρίωνα καταθέτει την μαρτυρία του για την προσωπικότητα του Γέροντα.

του Αρχιμ. Δαμασκηνού Ζαχαράκη

Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Αγάθωνος

Τον π. Βησσαρίωνα γνώριζα από τα μαθητικά μου χρόνια και από τότε ήταν ο πνευματικός μου. Αργότερα τον έζησα στην διάρκεια είκοσι ολόκληρων χρόνων πνευματικής σπουδής στην Μονή Αγάθωνος. Στα χέρια του πλαστουργήθηκε η μοναχική μου συνείδηση. Βρισκόμουν παράλληλα και στα χέρια του γέροντα Γερμανού Δημάκου, προηγουμένου της Μονής Αγάθωνος, την οποία ως ηγούμενος διακόνησε πενήντα ένα χρόνια – μία άλλη σπουδαία πνευματική και μοναστική προσωπικότητα της Εκκλησίας μας. Κι ακόμα μνημονεύω έναν απλό παππούλη, τον … γερο-Ιερεμία, πού κι εκείνος με βοήθησε πνευματικά και μου πρόσφερε πολλά με την μειλίχια και πρόσχαρη στοργή του. Σε αυτούς τους τρεις Γέροντες οφείλω την εις Χριστόν παιδαγωγία μου στα νάματα του αυθεντικού ορθοδόξου μοναχισμού. Μιλώντας, λοιπόν, για τον π. Βησσαρίωνα, μετά λόγου γνώσεως και σεβασμού μιλώ.

Τα πρώτα του γράμματα ο π. Βησσαρίων τα έμαθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Πεταλίδι Μεσσηνίας. Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο· βλέπετε, την εποχή εκείνη ήταν δύσκολα τα πράγματα. Όμως δεν περιορίστηκε μόνον στις γνώσεις του Σχολαρχείου. Η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον π. Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.



Στην Καρδίτσα αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας· έτρεχε στις ανάγκες του κόσμου· εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας, το αγάπησε, το έκανε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του και μέσα σ’ αυτό το έργο ανάλωσε όλη τη ζωή του, σε σημείο πού ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν πεθάνει, να ρωτάει απ’ το κρεββάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, για τους φτωχούς, για τα πράγματα της κοινωνίας και της Εκκλησίας.

Ανέλαβε πολλές, διάφορες και δύσκολες αποστολές· έπαιξε σημαντικό ρόλο στην γερμανική Κατοχή· ενώ αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες κι έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά πού είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.

Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο, ο π. Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη αρχιμανδρίτης με πολύχρονη ασκητική βιοτή και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στη Μονή Αγάθωνος μετά το 1955, επηρεασμένος από τον επίσης πελοποννήσιο π. Γερμανό, πού καταγόταν από το Αγριδάκι Γορτυνίας. Φαίνεται πώς ήταν από τον Θεό ευλογημένη η Μονή Αγάθωνος να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· όσο ζούσε ο γέροντας Γερμανός, καυχιόταν πώς στις τάξεις του μοναστηριού του προσμετρούσε τον π. Βησσαρίωνα, αυτόν τον ασκητικό και πνευματικό άνθρωπο. Σήμερα, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, φαίνεται η μεγάλη τιμή και καταξίωση πού επιφύλαξε ο δωρεοδότης Κύριός μας και ακριβοδίκαιος Πατέρας μας στο άξιο τέκνο του, να το συμπεριλάβει και να το κατατάξει στη χορεία των Αγίων του· γεγονός το οποίο εμείς πού τον αγαπούσαμε και τον σεβόμασταν, πιστεύαμε ότι θα συμβεί…



Στην υπηρεσία του «πλησίον»

Εδώ ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του μοναστηριού. Είχε εσωτερική υπηρεσία μέσα στο μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε μέσα στο μοναστήρι. Τη Δευτέρα και την Τρίτη απαρέγκλιτα πήγαινε στα νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Είμαι βέβαιος ότι η χαρισματική προσωπικότητά του, η αγάπη του για τον άνθρωπο και ο γλυκύς και απλός τρόπος του … σίγουρα κατάφερναν να ετοιμάζουν εκείνες τις πονεμένες ψυχές· και όσοι έφευγαν για τον ουρανό, έφευγαν με το «εισιτήριο» στο χέρι για τον Παράδεισο. Τον άλλο καιρό καθόταν εδώ στο μοναστήρι, σαν λαμπάδα αναμμένη μπροστά στην εκκλησία· καλοδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο· και γνώριζε τους περισσότερους με το όνομά τους, αλλά και τις ανάγκες τους και τα προβλήματά τους.

Πολλές φορές τον έβλεπα να φτιάχνει καφέδες και να τους πηγαίνει μόνος του στους προσκυνητές κι επισκέπτες. Τί τους έλεγε εκεί μυστικά, ο Θεός ξέρει και αυτοί πού τον άκουγαν. Ένα είναι σίγουρο, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν φορτωμένοι με πόνο και βάσανα και άγχος, αλλά έφευγαν ανακουφισμένοι από τον γέροντα. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Τον π. Βησσαρίωνα τον εμπιστεύονταν πολλοί άνθρωποι και του έφερναν πράγματα και χρήματα κι ο παππούλης με την διάκριση πού τον χαρακτήριζε τα διέθετε στη φτώχεια, στην ανακούφιση των αναγκεμένων. Ήξερε τί συμβαίνει σε κάθε σπίτι μέσα στη Φθιώτιδα. Δεν τον ενδιέφεραν τα σαλόνια και τα ψηλά σκαλοπάτια· ήταν ο παπάς, ο καλόγερος, ο άγιος των πτωχών. Τίποτε άλλο δεν συγκινούσε την ψυχή του περισσότερο από τη φτώχεια, πού η διακονία της τον ανάπαυε.

«Παιδί μου, έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε», μου έλεγε. Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το μοναστήρι με την ευχή του γέροντα Γερμανού κι έφτανε από τη μίαν άκρη του Νομού Φθιώτιδας στην άλλη. Δεν θα φανεί υπερβολικό αν πώ ότι πήγαινε σε όλα τα σπίτια του χωριού πού επισκεπτόταν. Κι όλοι δέχονταν με περισσή χαρά τον π. Βησσαρίωνα· κανένας δεν του έκλεινε την πόρτα. Πολλές φορές κοιμόταν και στα σπίτια τους. Και σήμερα οι άνθρωποι αυτοί, καθώς ακούν τα θαυμαστά πού συμβαίνουν στον άγιο γέροντά μας, έρχονται και ομολογούν ότι κάποτε κοιμήθηκε στο σπίτι τους, κι αυτό το θεωρούν μεγάλη ευλογία.

«Ξέρετε, πάτερ, έχουμε φωτογραφία στο σπίτι μας τον π. Βησσαρίωνα. Αυτός μεγάλωσε τα παιδιά μου, αυτός τα συγκράτησε στον δρόμο του Χριστού», μου λέγει ο ένας.

«Αν έχω παιδιά να στέκουν κάπως σωστά και όμορφα μέσα στην κοινωνία, το χρωστάω στον π. Βησσαρίωνα», μου λέγει ο άλλος.

Και δεν είναι ένας και δύο εκείνοι πού μου τα λέγουν αυτά, είναι πολλοί, πάρα πολλοί. Η περιοδεία του περιελάμβανε κατ’ αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία με αδημονία τον ανέμεναν. Είχαν πάει κι άλλοι πνευματικοί στα χωριά τους, μα ο κόσμος δεν ανταποκρινόταν· κι εκείνοι κατηγορούσαν για αδιαφορία τους χωριανούς ή τον παπά, ότι δήθεν δεν τους προετοίμαζε σωστά. Η προσωπικότητα του π. Βησσαρίωνα ήταν σαγηνευτική. Όλοι τον εμπιστεύονταν και όλοι τον περίμεναν.



Χαρισματικός εξομολόγος

Όταν λειτουργούσε ο π. Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο τον σεβασμό και όλη την ιεροπρέπεια πού αρμόζει. Παρ’ ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά -ύστερα από ένα περιστατικό με τους Γερμανούς η φωνή του ήταν φθίνουσα- δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πώς «ό δέ έχω (Κύριε) τούτο Σοί δίδωμι» (Πρ. γ΄, 6). Κι έδωκε πολλά στον Κύριο, περισσότερα απ’ όσα μπορούσε.

Με συμβουλές πού η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού· και δεν θα ήταν άστοχο να τον χαρακτηρίσω … Μέγα Εξομολόγο. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του· ήταν συμπαθητικός κι αυτό προσήλκυε τους πιστούς, τους έφερνε κοντά του. Εκείνος γνώριζε αυτό το χάρισμά του και το «εκμεταλλευόταν», για την ωφέλειά τους. Πολλά παιδάκια, ακούγοντας τη φωνή του, πήγαιναν από περιέργεια κοντά του. Έκεινος άνοιγε την αγκαλιά του, τα χάϊδευε στο κεφαλάκι τους και αυτά αμέσως ηρεμούσαν και ημέρευαν κοντά του· γίνονταν φίλοι μαζί του.

Ο π. Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγίας στα χωριά, όπως συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια, όπου με λαχτάρα την περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί· τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς κι εκείνοι του έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο π. Βησσαρίων τα μοίραζε σε δύο «σακκιά». Ένα σακκί έφερνε στο μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Ό,τι περιείχε το άλλο σακκί τα μοίραζε απ’ ευθείας στους φτωχούς. Γνώριζε ποιές ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και σε τί, και αναλόγως έκανε την διανομή.

Έτσι πέρασε τη ζωή του ο π. Βησσαρίων. Νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν! Ο ποιμήν πού όντως θυσίασε την ζωή του υπέρ των προβάτων. Ο π. Βησσαρίων έτρεχε για το απολωλός πρόβατο. Έφτανε μ’ ένα τηλεφώνημα να του πούν ότι μία γυναίκα στον Δομοκό είναι άσχημα κι ότι μπορεί να πεθάνει και ζητά να εξομολογηθεί. Ανευ άλλης συζητήσεως σηκωνόταν, έπαιρνε μία τσάντα πού είχε, έβγαινε πάνω στον δρόμο, έκανε ωτοστόπ και πήγαινε! Πόσοι δεν έχουν δεί τον γέροντα στους δρόμους να περπατάει με μία τσάντα μέσα στο λιοπύρι, στο κρύο και στη βροχή. Έπαιρνε ως ιερέας μισθό και ποτέ μισθό δεν κρατούσε στα χέρια του! Αμέσως τον μοίραζε. Τον μοίραζε όλον, ούτε για τα εισιτήριά του δεν κρατούσε.

Ερχόταν στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας, όταν εγώ ήμουν εκεί μαθητής και όπου τον πρωτογνώρισα, και εξομολογούσε τα παιδιά. Αυτός ήταν ο πρώτος μας πνευματικός. Είχα την ευλογία και την τύχη να είναι ο πνευματικός μου. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε «κάτι» τους έβαζε στο χέρι. Ξέρετε, πολλά παιδιά πήγαιναν να εξομολογηθούν για να πάρουν το χαρτζιλίκι. Ο παππούλης το γνώριζε αυτό, αλλά σιγά-σιγά τα παιδιά «γλυκαίνονταν» και στην εξομολόγηση. Έτσι έγινε απαραίτητη η εξομολόγηση στη ζωή τους. «Το τερπνόν μετά του ωφελίμου».

Αυτοί πού δεν τον γνώριζαν δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος του ανδρός!… Ας μην τους παρεξηγούμε. Δίκιο έχουν· δεν μπορούν να καταλάβουν ότι μία ψυχή θυσίασε τον εαυτό της στον άνθρωπο, αφιερώνοντάς την στον Θεό. Πηγαίνετε στα γύρω χωριά και ρωτήστε τον κόσμο να σάς πεί εάν λέγω διαφορετικά τα πράγματα απ’ ό,τι συνέβησαν· να δείτε ότι δεν θα βρεθεί κάποιος, ούτε ένας, να σάς πεί ότι δεν ήταν άγιος άνθρωπος ο π. Βησσαρίων. Κι αυτά σήμερα, εν έτει 2006. Σε μία κοινωνία πού παραπαίει, ο π. Βησσαρίων αγίασε. Ο φιλεύσπλαγχνος Πατέρας μας στέλνει πάντα ό,τι χρειαζόμαστε, την ώρα πού το χρειαζόμαστε. Θαυμαστά είναι τα έργα Σου Κύριε!…

Τί να σάς πώ, μεγάλη μορφή ο γέροντας! Σπούδασα κοντά του, αλλά δεν έχω το κουράγιο του, την θέλησή του, την δύναμή του. Τώρα ξέρω πώς αγιάζουν· το είδα στην πράξη! Μέχρι τώρα το ήξερα από τα βιβλία, καθώς διαβάζουμε στο Γεροντικό, στους βίους των Αγίων και αλλού. Μα τώρα είδα στην πράξη πώς αγιάζει ο άνθρωπος! Προσεύχομαι στον Κύριο και Θεός μας, τον γλυκύτατο Ιησού μας, να μάς αξιώσει όλους να μπούμε σ’ αυτή την ευλογημένη στράτα του γερο-Βησσαρίωνα πού θα μάς οδηγήσει στην Ουράνια Βασιλεία Του.

Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε τον Χριστό! Ο π. Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο Οποίος οικονόμησε εξαιρετικώς να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλώς, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετισθούμε, να συγκλονισθούμε· να πάθουμε όλοι αυτό πού έπαθα εγώ όταν είδα το σκήνωμά του άφθορο μέσα στο φέρετρο. Όχι μόνο δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, αλλά και σε καμμία περίπτωση δεν το περίμενα να αξιωθώ εγώ, ο μικρός και ταπεινός, να βρώ άνθρωπο έτσι. Ήξερα πώς υπάρχει ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο άγιος Σπυρίδων, αλλά δεν ήξερα πώς είναι έτσι.



Η εκταφή του άφθαρτου λειψάνου του

Αφού είδαμε ότι ο γέροντας τιμάται στον τάφο του, αποφασίσαμε να μην κάνουμε εκταφή, αλλά να αναβαθμίσουμε λίγο τα βαπτιστήρια, να περιποιηθούμε τον χώρο και να τον διαφυλάξουμε ως τόπο προσκυνηματικό.

Όμως οι τεχνικές υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φθιώτιδος –πρός την οποίαν από επταετίας είχαμε απευθύνει αίτημα να μάς βοηθήσει, γιατί το μοναστήρι παρουσίαζε καθιζήσεις στην ανατολική πλευρά του– μάς είπαν ότι για να είναι σωστό το έργο έπρεπε να … γκρεμιστούν τα βαπτιστήρια, ώστε να γίνει η απαραίτητη στήριξη του μοναστηριού. Το κρίναμε λογικό, καθώς τα βαπτιστήρια εκ της καθιζήσεως δεν παρείχαν καμίαν ασφάλεια. Είπαμε το «ναί», αλλά εκεί είχαμε τον τάφο του παππούλη.

Κάναμε προσευχή και παρακαλέσαμε τον παππούλη να μάς επιτρέψει την εκταφή του. Έτσι, στις 3 Μαρτίου, όλοι οι αδελφοί μαζί πήγαμε κάτω, κάναμε τρισάγιο, ασπαστήκαμε τον τάφο του κι αρχίσαμε να αφαιρούμε τούβλα από την πλευρά του. Όταν έπεσαν τα πρώτα τούβλα, είδαμε ένα φέρετρο άθικτο, όπως το είχαμε βάλει. Συνέστησα προσοχή, για να μή χτυπηθεί το φέρετρο· το βγάλαμε έξω και το πήγαμε στο κοιμητήριο, ώστε να μαζέψουμε τα κόκκαλα του παππούλη. Ανοίγουμε το φέρετρο, σηκώνουμε το σάβανο και βλέπουμε το σώμα του άφθαρτο. Συγκλονιστήκαμε· γονατίσαμε κάτω, φιλήσαμε το φέρετρο και μετά το σηκώσαμε και το πήγαμε στον ναό.

Είχαμε αντιληφθεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θαυμαστό γεγονός. Κάπου το περιμέναμε κιόλας, αφού πιστεύαμε στην αγιότητά του. Αφού τον βάλαμε στον ναό, είπαμε ότι αυτό το βάρος δεν μπορούμε να το σηκώσουμε μόνοι μας και ότι πρέπει να καλέσουμε την Αγία Εκκλησία να έρθει να επιληφθεί της υποθέσεως.

Πήραμε αμέσως στο τηλέφωνο τον ποιμενάρχη μας, στον οποίον κάποτε είχα αναφέρει ότι ο παππούλης μου έλεγε πώς μπορεί και να τον βρούμε έτσι· εκείνος τότε με κοίταξε μειδιώντας, αλλά χωρίς να αντιδράσει· μου είπε μόνο πώς, αν δώ κάτι θαυμαστό, να τον ειδοποιήσω αμέσως. Ο σεβασμιώτατος υπέστη ισχυρό σόκ, όταν του ανέφερα τί είχε συμβεί, κι έφθασε αμέσως στο μοναστήρι. Προσκύνησε, συγκινήθηκε· δεν είχε ξαναδεί κι αυτός κάτι τέτοιο. Μάς έδωσε οδηγίες, έκανε κάποιες υπηρεσιακές ενέργειες και ανέλαβε πλέον εκείνος την υπόθεση. Εμείς πήραμε το σκήνωμα και το τοποθετήσαμε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος για να προστατεύεται, και έκτοτε τελούμε πλέον υπό τις εντολές της Εκκλησίας.

Ωστόσο, πώς να μή σκεφτεί κανείς ότι ο Θεός οικονόμησε την καθίζηση του μοναστηριού, και μάλιστα στη μεριά των βαπτιστηρίων, ώστε να μάς οδηγήσει στην εκταφή του π. Βησσαρίωνα και να μάς δώσει το σημείο Του με την αφθαρσία του σκηνώματός του; Αλλωστε, με κάπως παρόμοιο τρόπο –όπως θρυλλεί η παράδοσή μας- δεν οικονόμησε την ανακάλυψη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Αγάθωνης σε σπηλιά από τον όσιο Αγάθωνα, κτίτορα και προστάτη της Μονής μας;

Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Τριαδικού Θεού μας τάραξε το πανελλήνιο, και όχι μόνον! Αυτός πού δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, έγινε παγκόσμια φωνή! Όπου θέλει ο Θεός, ενεργεί με τη χάρη Του και όλα τ’ άλλα παραμερίζουν, όπως όταν μία αχτίδα φωτός μπαίνει μές στο σκοτάδι και το διαλύει. Μέχρι και της φύσης η τάξη νικάται, όπως ψάλλουμε στην Παναγία μας. Τί ορίζουν οι νόμοι της φύσης για έναν άνθρωπο πού πεθαίνει; Σε δύο, τρία, το πολύ πέντε χρόνια, θα βρείς ένα σώμα λιωμένο, και στην χειρότερη περίπτωση θα βρείς σάρκες και κόκαλα μαζί. Αλλά ύστερα από δεκαπέντε χρόνια να βρείς το σκήνωμα ενός ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην μπορείς να του το αποσπάσεις; Σαν να θέλει να πεί σε όλους, και ιδιαιτέρως σε μάς τους ιερείς, ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και διδάσκουμε αλλότρια πράγματα· σαν να μάς λέει ότι:

«Εδώ είναι για μάς η πηγή της αληθείας του Θεού. Κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων· κατάφερε ο σατανάς να μάς πείσει να κουβεντιάζουμε για όλα τα άλλα και να μην κουβεντιάζουμε για τον Χριστό μας· περί άλλων τυρβάζουμε, αλλά ενός μόνον εστί χρεία. Ντρεπόμαστε να πούμε τις παραβολές του Κυρίου, τις θεωρούμε “φτωχές”, ότι είναι μόνον για χαμηλού επιπέδου ανθρώπους. Όμως ας αναλογιστούμε πόσες ψυχές αυτές οι παραβολές ανέβασαν στον Παράδεισο! Δεν έχουμε την απλή φρόνηση να σκεφτούμε ότι τα λόγια πού είπε ο Κύριός μας δεν αντικαθίστανται με άλλα λόγια, λόγια του κόσμου τούτου;».

Αυτό, λοιπόν, θέλει να πεί ο παππούλης μας σε όλους εμάς τους ιερείς και μοναχούς, όχι από τον τάφο του, αλλά από τις ουράνιες νομές όπου μετά των Δικαίων και Αγίων του Θεού συγκαταλέγεται, για να μάς προστατέψει, προτρέποντάς μας:

«Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πηγές της Πίστεως μας, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείσθε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι γι’ αυτά τα θέματα· εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις “νομάς σωτηρίους”, ν’ ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γή στον Ουρανό!…».



Πηγή: Περιοδικό “Εκ βαθέων” Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου Γιαννιτσών
http://vatopaidi.wordpress.com/

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑ ΑΓΑΘΩΝΙΤΗ

Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Ζαχαράκη

Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ἀγάθωνος Φθιώτιδος





Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Γέροντα Μωϋσῆ,

Ἅγιοι Γέροντες καὶ Γερόντισσες μὲ τὶς συνοδείες σας,

Σεβαστοί μου συμπρεσβύτεροι,

Ἄρχοντες τοῦ τόπου,

Ἀδελφοί μου χριστιανοί.

Θέλω πρὶν ἀρχίσω τὴν ὁμιλία μου, νὰ εὐχαριστήσω τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτη Ἐδέσσης Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας κ.κ. Ἰωήλ, ὁ ὁποῖος ὀργάνωσε αὐτὴ τὴν μοναστικὴ ἡμερίδα, τὴν ἀφιερωμένη στὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ σήμερα, καὶ μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴ νὰ ὁμιλήσω σ᾿ αὐτή.

Τὸ θέμα τῆς ἰδικῆς μου ὁμιλίας εἶναι: «Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Γέροντα Βησσαρίωνα τὸν Ἀγαθωνίτη». Εἶχα τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ζήσω στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀγάθωνος καὶ νὰ μαθητεύσω ἐπὶ 20 συναπτὰ ἔτη κοντὰ στὸν μακαριστὸ Γέροντα Βησσαρίωνα τὸν πνευματικό. Ἕναν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀνάλωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴν διακονία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν μιὰ ἀκατάπαυστη προσφορὰ πρὸς τοὺς πονεμένους καὶ ταλαιπωρημένους, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τὰ ἄγχη καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ παρόντος βίου, συνανθρώπους μας. Τὸν ἐξομολόγο ποὺ μὲ τὸ πετραχῆλι του ξεκούρασε χιλιάδες ψυχὲς καὶ τὸν μεγάλο ἐλεήμονα Γέροντα, ποὺ ἀνακούφισε παντοιοτρόπως τὴν φτωχολογιὰ καὶ στήριξε σὲ καιροὺς δύσκολους ἀναρίθμητα νοικοκυριά.

Τὸν ἁγιασμένο Ἱερομόναχο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος, ποὺ ἀγάπησε μ᾿ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εὐλόγησε τὴ ζωή του καὶ διαφύλλαξε τὸ ἱερὸ σκήνωμά του ἄφθαρτον καὶ εὐωδιάζον, γιὰ νὰ τὸ τιμοῦν οἱ χριστιανοὶ καὶ νὰ διδάσκονται, ἀπ’ τὴν ἁγία ζωή του, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὅπως ἀσφαλῶς γνωρίζετε συγκλόνισε ὁμολογουμένως ὁλόκληρον τὴν χριστιανικὴν οἰκουμένην!

Τὸ ἔτος 1965 πῆγα ἀπὸ ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Εὐρυτανίας στὴ Λαμία, γιὰ νὰ μάθω γράμματα στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή της. Ἤθελα ἀπὸ μικρὸς νὰ γίνω Παπᾶς.

Ἐκεῖ στὴ Σχολὴ ἤρχετο κυρίως κατὰ τὰς περιόδους τῶν νηστειῶν, ὁ π. Βησσαρίων, ἕνας ἁπλὸς-χαμογελαστὸς κληρικός, ὁ παπούλης μας, ὅπως τὸν λέγαμε, καὶ μᾶς ἐξομολογοῦσε.

Ἕνα γραφεῖο τῆς Σχολῆς ἦταν τὸ ἐξομολογητήριο καὶ ἐκεῖ μπαίναμε ὅσοι θέλαμε νὰ ποῦμε τὶς ὅποιες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ ἀκούσουμε τὶς συμβουλές του. Τελειώνοντας τοῦ φιλούσαμε τὸ χέρι, μέσα στὸ ὁποῖο κρατοῦσε πάντα ἕνα μικρὸ φίλευμα γιὰ τὸν καθένα μας.

Χρόνια δύσκολα γεμάτα φτώχεια καὶ στερήσεις. Τὸν ρώτησα κάποτε ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ μοῦ εἶπε ἀπ᾿ τὴ Μονὴ Ἀγάθωνος. Μὲ κάλεσε μάλιστα ἕνα Σαββατοκύριακο νὰ ἀνεβῶ στὸ μοναστῆρι.

Ἔτσι ἀνέβηκα γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Ἀγάθωνα.

Στὸ μοναστῆρι γνώρισα γιὰ πρώτη φορὰ τὸν Ἅγιο Ἡγούημενο τὸν π. Γερμανὸ Δημᾶκο, πολὺ σπουδαῖο ἄνθρωπο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα, σέμνωμα καὶ καύχημα τοῦ τόπου μας.

Παντοῦ καὶ πάντοτε ὑπάρχουν οἱ πολλοί, ὅμως ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὸ κάτι παραπάνω, ποὺ τοὺς ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς πολλούς. Ἔχουν τὸ δικό τους χάρισμα, ποὺ κάνει τὰ λόγια τους πιὸ σεβαστὰ καὶ τὰ ἔργα τους πιὸ εὐλογημένα. Τέτοιοι ἦταν γιὰ μένα ὁ Γέροντας Γερμανὸς καὶ ὁ π. Βησσαρίων.

Ὁ καθένας τους μὲ τὰ δικά του χαρίσματα.

Ὁ π. Βησσαρίων ἀνέλαβε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντα, τὸ πνευματικὸ ἔργο τῆς μονῆς.

Ὁ π. Βησσαρίων γεννήθηκε στὸ Πεταλίδι τῆς Μεσσηνίας τὸ ἔτος 1908. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἀνδρέας Κορκολιᾶκος καὶ ἦταν τὸ 5ο παιδὶ ἀπὸ τὰ δώδεκα παιδιὰ τῆς οἰκογενείας. Οἱ γονεῖς του, Δημοσθένης καὶ Βενετία, ἦσαν εὐσεβεῖς ἄνθρωποι τοῦ μόχθου.

Ἀπὸ πολὺ νωρὶς φανέρωσε τὸ ζῆλο του γιὰ τὸν μοναχισμό.

Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐκάρη μοναχὸς στὴν ἱερὰ μονὴ τῆς Δήμιοβας Μεσσηνίας καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Βησσαρίων.

Δὲν ἔμεινε πολὺ ἐκεῖ. Ἦλθε στὴν Καλαμάτα, ὅπου ὁ Μεσσηνίας Μελέτιος Σακελλαρόπουλος, μία φωτισμένη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἐχειροτόνησε Διάκονον στὶς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1931.

Μετὰ δύο χρόνια στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1933 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Τριφυλίας Ἀνδρέα (τοποτηρητής).

Ὁ Μεσσηνίας Πολύκαρπος τοῦ ἀπένειμε τὸ ὀφφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.

Τὸ ἔτος 1935 μετακινήθηκε στὴ Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος, ὕστερα ἀπὸ τὸ κάλεσμα ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ συμπατριώτης του Μητροπολίτης Ἰεζεκιήλ, καὶ γράφτηκε στὸ μοναχολόγιο τῆς ἱερᾶς μονῆς Κορώνης.

Ἐκεῖ ἀνέπτυξη τεράστιο πνευματικὸ ἔργο, ἀναλώνοντας τὸν ἑαυτόν του στὴ διακονία τοῦ καλοῦ ποιμένα.

Πολὺ μόχθησε ὁ π. Βησσαρίων στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια τῆς κατοχῆς, διακονώντας τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ χειμάζονταν ἀπὸ τὴ φτώχεια, τὴν πείνα καὶ τὶς ἀρρώστειες. Τότε ποὺ ἡ μόνη παρηγοριὰ τοῦ πονεμένου λαοῦ, ἦταν ἡ ἁγία ἐκκλησία καὶ τὸ εὐλογημένο ράσο.

Θὰ σᾶς ἀναφέρω δύο περιστατικὰ ποὺ μοῦ διηγήθηκε ὁ ἴδιος, ἀπὸ τὴν ταραγμένη ἐκείνη περίοδο.

Ἦταν προπαραμονὴ Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1988. Ψάλλαμε τὸν Ἑσπερινὸ στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς καὶ μετὰ πήγαμε μὲ τὸν π. Βησσαρίωνα στὸ Ἀρχονταρίκι, ὅπου τὸ κρεμαστὸ τζάκι, γιὰ νὰ ζεσταθοῦμε. Ἀφοῦ κουβεντιάσαμε λίγο γιὰ τὴν μεγάλη γιορτή, Αὐτὸς ἄνοιξε ἕνα ἐκκλησιαστικὸ περιοδικὸ καὶ διάβαζε, ἐνῶ ἐγὼ ἄρχισα νὰ γράφω εὐχετήριες κάρτες. Σὲ κάποια στιγμὴ ποὺ σήκωσα τὸ κεφάλι μου, εἶδα τὸν Γέροντα νὰ κλαίει. Γιατί κλαῖς παπούλη μου, τὸν ρώτησα. «Τίποτε παιδί μου», μοῦ εἶπε «μὴν ἀνησυχεῖς». Μὰ κλαῖς. Πές μου γιατί κλαῖς; Σοῦ συμβαίνει τίποτε; «Ὄχι παιδί μου. Νὰ κάτι θυμήθηκα. Ποτὲ νὰ μὴν ξανάρθουν στὸν τόπο μας ἐκεῖνα τὰ μαῦρα χρόνια τῆς κατοχῆς καὶ τῆς πείνας. Θυμᾶμαι Δημήτρη μου, (αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικό μου ὄνομα) κάτι ποὺ μοῦ συνέβηκε κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1941, σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς Καρδίτσας ὅπου ἐφημέρευα. Ὅταν βγῆκα στὴν Ὡραία Πύλη μὲ τὸ ἅγιο Ποτήριο στὰ χέρια καὶ εἶπα τὸ «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», ἄρχισαν νὰ ἔρχονται γιὰ τὴν θεία κοινωνία ὅλοι οἱ χωριανοί, μὲ προπορευόμενα τὰ παιδιά τους. Μιὰ νεαρὴ μάννα ἔφερε ἐκεῖ μπροστά μου τὸ σκελετωμένο παιδάκι της, ἄνοιξε τὸ στοματάκι του καὶ τὸ κοινώνησα, ἀλλὰ παιδί μου... κι᾿ ἄρχισε πάλι νὰ κλαίει ὁ Γέροντας,... κρατοῦσε σφιχτὰ τὸ καημένο μὲ τ᾿ ἀδυνατισμένα χεράκια του τὸ ἱερὸ μάκτρο καὶ μοῦ φώναξε κλαίγοντας: Κι᾿ ἄλλο Παπούλη, κι᾿ ἄλλο. Πεινοῦσε τὸ παιδάκι μου. Λύγισαν τὰ γόνατά μου, μιὰ τρεμούλα ἁπλώθηκε σ᾿ ὅλο τὸ κορμί μου, βούρκωσαν τὰ μάτια μου καὶ γιὰ νὰ μὴ μὲ δοῦν οἱ πιστοὶ ἐπέστρεψα στὴν ἁγία Τράπεζα. Ἀφῆκα τὸ Ποτήριον καὶ κάθισα σ᾿ ἕνα σκαμνάκι καὶ ἔκλαψα καὶ εἶπα μὲ ἀνθρώπινο παράπονο. Γιατί Θεέ μου ἀφῆκες τὴν πατρίδα μου νὰ ἔλθη σὲ τέτοια δυστυχία; Λυπήσου Κύριε τὰ παιδιά μας!

Ἕνα ἀπόγευμα, ἦρθε στὸ μοναστῆρι μας ἕνας ἐπισκέπτης ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του 3 ἢ 4 τόμους μὲ τὴν ἱστορία τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης.

Μπροστὰ στὴν ἐκκλησία συνάντησε τὸν π. Βησσαρίωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε τί βιβλία εἶναι αὐτά. Ἐνῶ ἐκεῖνος τὸν ἐνημέρωνε σχετικά, ὁ Γέροντας πρόσεξε ἕνα σῆμα ποὺ φοροῦσε στὸ πέτο τοῦ σακακιοῦ του ὁ ἐπισκέπτης καὶ τὸν ρώτησε:

«Τί σῆμα εἶναι αὐτό»;

«Εἶναι τὸ σῆμα τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, πάτερ», τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.

«Ἐγὼ παιδί μου», εἶπε ὁ Γέροντας, «τὸ ἔχω ἐδῶ», καὶ τοὔδειξε τὸ λαιμό του.

Τὸ βράδυ ποὺ ἔκλεισαν οἱ πόρτες, ἐγὼ ποὺ ἄκουσα αὐτὴ τὴν στιχομυθία, τὸν ρώτησα.

«Πατέρα Βησσαρίωνα, γιατί εἶπες σὲ ἐκεῖνον τὸν κύριο μὲ τὰ βιβλία, ὅτι τὸ σῆμα τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, τὄχεις στὸ λαιμό σου»;

«Τίποτα παιδί μου μοῦ εἶπε».

«Πῶς τίποτα, θέλω νὰ μοῦ πεῖς».

«Νά, τότε στὴν κατοχή, πῆγα νὰ ἐλευθερώσω κάποια παιδιὰ ποὺ εἶχαν συλλάβει οἱ Γερμανοὶ καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὰ ἐκτελέσουν. Ὁ Γερμανὸς ἀξιωματικὸς ἄκουσε τὶς παρακλήσεις μου καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀφεθοῦν τὰ παιδιὰ ἐλεύθερα. Γύρισε μετὰ πρὸς τὸ μέρος μου καὶ ἀπότομα ἔριξε μὲ τὸ πολυβόλο του μία ριπὴ μπροστὰ στὰ πόδια μου. Τρόμαξα πολύ. Ἡ φωνή μου κόπηκε. Ἀπὸ τότε κλονίστηκε καὶ χρόνο μὲ τὸν χρόνο χειροτέρευε. Δόξα σοι ὁ Θεός»!

Ὁ π. Βησσαρίων φεύγοντας ἀπὸ τὴν Θεσσαλιώτιδα, ἦλθε στὴν Φθιώτιδα, (6 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1955) καὶ γράφτηκε στὸ μοναχολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος.

Ἦλθε, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς εὐλογημένες ὑπηρεσίες του στὸν Φθιωτικὸ λαὸ καὶ ὄχι μόνο, γιὰ 30 συνεχῆ χρόνια.

Διάκονος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, μὲ καρδιὰ καιομένη ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως. Ὁ ἀεικίνητος λεΐτης τῆς θείας οἰκοδομῆς, ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πατέρας καὶ παπούλης ἀμέτρητων ἀνθρώπων.

Ὁ π. Βησσαρίων ἦταν ὁ πρῶτος πνευματικὸς τῆς ζωῆς μου. Ἡ ἱερή μας αὐτὴ σχέση, ποὺ ξεκίνησε ἀπ᾿ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ τῆς Λαμίας, συνεχίστηκε καὶ μέσα στὸ μοναστῆρι.

Ὁ π. Βησσαρίων ἦταν ἁγιασμένη μορφή, καὶ αὐτὸ φαίνονταν. Τὄβλεπαν ὅλοι ὅσοι τὸν γνώριζαν καὶ τὸ μολογοῦσαν.

Τὸ σῶμα του ἦταν ἀσκητικό, περιβεβλημένο μὲ τὸ φτωχικό του ράσο. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε. Ἀκτινοβολοῦσε τὴν λαμπρότητα τῆς εὐλογημένης ψυχῆς του. Τὰ χείλη του ὅλη τὴ μέρα ψέλιζαν λόγια προσευχῆς, χωρὶς σταματημό, εἴτε στέκονταν μπροστὰ στὸ καθολικὸ γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τοὺς προσκυνητές, εἴτε μπροστὰ στὴν Παναγιὰ τὴν Ἀγάθωνη καὶ τὶς ἄλλες ἅγιες εἰκόνες.

Πολλὲς φορές, τὸν ἀκούγαμε μέσα στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς νὰ κουβεντιάζει μὲ κάποιον. Μπαίναμε νὰ δοῦμε μὲ ποιὸν κουβεντιάζει, καὶ δὲν βλέπαμε κανέναν. Μιλοῦσε μὲ τὴν Παναγία; Μὲ τὸν ὅσιο Ἀγάθωνα; Ὁ Θεὸς ξέρει.

Ἡ προσευχή του, εὐεργετοῦσε πολλοὺς συνανθρώπους μας.

«Ἐγὼ πάτερ μου, μοῦ εἶπε μιὰ παπαδιά, εἶχα πρόβλημα στὰ χέρια μου. Εἶχαν βγάλει κάτι ἐξανθήματα καὶ πονοῦσα πολύ. Δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ μου. Ἔπαιρνα φάρμακα, χωρὶς καμμιὰ καλλιτέρευση. Ἕνα βράδυ ἦρθε ὁ π. Βησσαρίων στὸ σπίτι μας. Τοῦ εἶπα τὸ πρόβλημά μου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ κάνει προσευχὴ γιὰ μένα. Μαζὶ θὰ κάνουμε προσευχὴ μοῦ εἶπε. Ἐσὺ θὰ διαβάσεις τὴν παράκληση τῆς Παναγίας ἐπὶ 40 ἡμέρες καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα. Ὑπάκουσα στὴν προτροπή του, καὶ Ὦ τοῦ θαύματος! Τὰ χέρια μου καθάρισαν τελείως καὶ θεραπεύτηκαν»!

Ἐντύπωση μᾶς προκαλοῦσε ἡ μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κάθε Τρίτη ἔρχονταν οἱ τοπικὲς ἐφημερίδες. Τὶς ἄνοιγε καὶ διάβαζε τὶς ἀναφορές τους στὰ τροχαῖα δυστυχήματα τοῦ Σαββατοκύριακου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἔγραφε τὰ ὀνόματα τῶν νεκρῶν καὶ τῶν τραυματισμένων. Πήγαινε μετὰ μέσα στὸ ναὸ καὶ διάβαζε τρισάγιο γιὰ τὶς ἀδικοχαμένες ψυχὲς καὶ παράκληση γιὰ τοὺς τραυματίες.

Ποτὲ δὲν θὰ ξεχάσω αὐτὸ τὸ ὑπερ-μάθημα ἀνθρωπιᾶς, μὲ τὸ ὁποῖο παιδαγωγοῦσε τὶς ψυχές μας.

Ὅταν ἀρρωσταίναμε, πηγαίναμε στὸν παπούλη. Μᾶς διάβαζε καὶ γινόμασταν καλά. Χιλιάδες ἄνθρωποι πέρασαν αὐτὰ τὰ χρόνια καὶ ζήτησαν τὴν προσευχή του. Τοὺς καλωσόριζε καὶ μετὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ ναό. Ἐκεῖ εἶχε τὸ πνευματικό του στρατηγεῖο. Φοροῦσε τὸ πετραχήλι του καὶ τοὺς ἐξομολογοῦσε. Ἄκουγε τὶς ἁμαρτίες τους καὶ μετὰ τοὺς ρωτοῦσε γιὰ τὴ ζωή τους, τὸ σπίτι τους, τὴν οἰκονομική τους κατάσταση. Ὅπου διαπίστωνε φτώχεια, τοὺς ἔδινε χρήματα. Πολλὰ χρήματα. Ἱκανὰ γιὰ νὰ ἀνακουφίσουν τὴν οἰκογένειά τους. Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ ἔπαιρναν βοήθεια, δὲν ἦταν πέντε καὶ δέκα, ἦταν χιλιάδες, ἦταν ἀμέτρητοι.

Τόσα χρόνια πέρασαν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει ὁ νοῦς μου, τὴν μεγάλη του ἐλεημοσύνη.

Λίγοι ἄνθρωποι σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, πιστεύω ἦταν τόσο ἐλεήμονες, ὅσο ὁ π. Βησσαρίων.

Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, ἔντυσε γυμνούς, βοήθησε ἀρρώστους καὶ ἐπισκέφθηκε φυλακισμένους κι᾿ αὐτὰ γιὰ ὅλη του τὴ ζωή, καὶ πάντοτε κρυφά. Κανένας δὲν ἤξερε τὸ ἔργο τοῦ Παπούλη. Ἡ δράση του ἦταν μυστική.

Ὁ π. Βησσαρίων ἦταν μιὰ πνευματικὴ τράπεζα, τὰ ἀγαθὰ τῆς ὁποίας γεύονταν ὅλοι ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Ὁ Θεὸς γέμιζε τὴν τσέπη του, κι᾿ αὐτὸς μοίραζε. Ἔπαιρνε ἀπ᾿ τὸ Χριστὸ καὶ ἔδινε στοὺς ἀνθρώπους. Τίποτε δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς φτωχούς, ἔτσι μαλάκωνε τὴν ψυχή τους καὶ τοὺς ξαναγύριζε στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ π. Βησσαρίων ἦταν φιλακόλουθος. Μὲ τὸ κτύπημα τοῦ ταλάντου, βρίσκονταν στὸ ναό. Πολλὲς φορὲς διάβαζε τοὺς κανόνες καὶ ὅ,τι ἄλλο διαβάζεται χύμα. Δὲν ἔψελνε γιατὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ἡ ἀδύνατη βραχνὴ φωνή του.

Ὅταν λειτουργοῦσε δυσκολεύονταν πολύ. Ἐγὼ σὰν ψάλτης πήγαινε ἔξω ἀπ᾿ τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ νὰ τὸν ἀκούω. Ἤρεμος καὶ γαλήνιος ὁ Γέροντας, ντυμένος τὴν ἁπλοϊκὴ ἱερατική του στολὴ ἔλαμπε ὁλόκληρος! Τὸν βλέπαμε καὶ ἡ ψυχή μας γέμιζε δέος καὶ σεβασμό.

Ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς Ἱερεῖς, τοὺς συμβούλευε καὶ τοὺς βοηθοῦσε ποικιλοτρόπως. Σὲ πολλοὺς ἔδωσε τὴν συμμαρτυρία του, γιὰ νὰ ἱερωθοῦν. Πονοῦσε ἡ ψυχή του, γιὰ τὰ χωριὰ ποὺ δὲν εἶχαν παπᾶ.

Σ᾿ ἕναν νεοχειροτονηθέντα ἱερέα τῆς Εὐρυτανίας ἔγραψε:

«Πάτερ Νικόλαε, σᾶς εὔχομαι μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, ἡ διακονία σου νὰ εἶναι λευκὴ πρὸς τὸν Κύριον. Πήρατε τὸ μεγάλο ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης... Τώρα εἶσθε οἰκονόμος τῶν μυστηρίων Θεοῦ. μεγάλη τιμὴ δι᾿ ὑμᾶς καὶ τὴν οἰκογένειάν σας. Εἶσθε ποιμὴν λογικῶν προβάτων, φέρετε εὐθύνην ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Μὲ φόβον Θεοῦ νὰ τελεῖτε τὸ μέγα μυστήριον τῆς θείας λειτουργίας. Εἶναι τὸ μυστήριον τῶν μυστηρίων.

Πάντα πρόσεχε, καὶ προσεύχου καὶ δι᾿ ἐμὲ τὸν ἐλάχιστον σκώληκα τῆς γῆς... Ὁ Θεὸς μαζί σας».

Βάπτισε πολλὰ παιδιὰ μὲ τὰ χέρια του καὶ στεφάνωσε. Πολλὲς γυναῖκες ποὺ δὲν εἶχαν παιδιά, ἔγιναν μανάδες μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Γέροντα. Πολλὰ ζευγάρια παρώτρυνε νὰ γεννήσουν κι᾿ ἄλλα παιδιὰ καὶ τοὺς ὑπόσχονταν ὅτι θὰ βρίσκεται πάντα δίπλα τους. Πολλὰ παιδιὰ πῆραν τὸ ὄνομά του.

Ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν διακονία του στὸ μοναστῆρι ἦταν αὐτὴ τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Μεγάλος ἀνιχνευτὴς ψυχῶν, ὁ π. Βησσαρίων! Εἶχε τρόπον ἰδικόν του, μοναδικὸν τρόπον, ἀσφαλῶς Θεοδίδακτον, μὲ τὸν ὁποῖον προσήγγιζε τὶς ταλαιπωρημένες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχές.

Ὄρθιος σὰν λαμπάδα, ἀπ᾿ τὸ πρωΐ ὡς τὸ βράδυ μπροστὰ στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς μας. Ἀκούραστος-ἀκαταπόνητος. Πάντοτε καλωσυνάτος καὶ γελαστός, ὑποδέχονταν τοὺς προσκυνητές. Ἄνοιγε συζήτηση μαζί τους καὶ σιγὰ-σιγὰ τοὺς περισσότερους τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἐξομολόγηση.

Μέσα, στὸ ἐξομολογητήριο, μὲ τὴν βραχνὴ φωνούλα του, σὲ σαγίνευε. Ἅπλωνε μέσα στὴν ψυχή σου καὶ σοὔπαιρνε τὶς ἁμαρτίες. Μὲ πολλὴ ἀγάπη πάσχιζε νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας.

Πολλὲς φορὲς τοῦ τηλεφωνοῦσαν ἀπὸ διάφορα χωριὰ νὰ πάει νὰ ἐξομολογήσει κάποιον ποὺ ἦταν βαριὰ ἄρρωστος. Ἀναστατώνονταν ὁλόκληρος.

«Πρέπει νὰ τρέξω ἔλεγε, νὰ προλάβω γιὰ νὰ μὴν φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀξομολόγητος καὶ ἀκοινώνητος». Κι᾿ ἀμέσως ἔφευγε μὲ ὅ,τι μέσον εὕρισκε. Ἀκόμα καὶ μὲ τὰ πόδια.

- Θυμᾶμαι ἕνα πρωΐ, τοῦ τηλεφώνησαν πὼς μιὰ γιαγιὰ σ᾿ ἕνα χωριὸ τοῦ Δομοκοῦ, εἶναι στὰ τελευταῖα της καὶ ζητάει νὰ ἐξομολογηθεῖ. Σηκώθηκε πῆρε μιὰ τσάντα στὰ χέρια του καὶ βγῆκε πάνω στὸ δρόμο. Εἶδε ἕνα ἀγροτικὸ αὐτοκίνητο ποὺ κατέβαινε ἀπ᾿ τὰ πάνω χωριὰ καὶ τὸ σταμάτησε.

«Παιδί μου τοῦ εἶπε, εἶναι μεγάλη ἀνάγκη νὰ μὲ πᾶς στὴ Λαμία».

«Πάτερ, τοῦ εἶπε ὁ ὁδηγός, ἐγὼ πάω στὸ χωράφι γιὰ νὰ μαζέψω ἐλιές».

«Παιδί μου εἶναι ἀνάγκη, κινδυνεύει μιὰ ψυχή! «Δὲν μπορῶ πάτερ, τοῦ ξαναεῖπε ὁ ὁδηγός, πρέπει νὰ πάω στὸ χωράφι».

«Παιδί μου κάνε μου τὴ χάρη καὶ θὰ σὲ πληρώσω. Εἶναι κρίμα νὰ χαθεῖ μιὰ ψυχή»!

«Δὲν μπορῶ πάτερ, εἶπε ὁ ὁδηγός, θέλω νὰ πάω στὸ χωράφι μου».

«Νὰ πᾶς, τοῦ εἶπε, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν θὰ φτάσεις»!

Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ Γέροντα, ὁ ὁδηγὸς φοβήθηκε.

«Παπούλη τοῦ εἶπε, μπὲς στὸ αὐτοκίνητο νὰ σὲ πάω ὅπου θέλεις». Τὸν πῆγε στὸ χωριὸ ποὺ ἤθελε. Περίμενε ἐκεῖ μέχρι νὰ τελειώσει καὶ τὸν ξαναέφερε στὸ μοναστῆρι.

Αὐτὰ μοῦ τὰ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ ὁδηγός.

Ἕνας γιατρὸς μᾶς εἶπε, πὼς πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἔφερε ἕνα φίλο του στὸ μοναστῆρι γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν π. Βησσαρίωνα. Ὁ γιατρός, ζήτησε ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ τὸν ἐξομολογήσει. Ὅταν ἔβαλε τὸ πετραχῆλι του πάνω στὸ κεφάλι του, γιὰ νὰ τοῦ διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, ἔνοιωσε τὸ πετραχῆλι σιγὰ-σιγὰ νὰ θερμαίνεται, μέχρι ποὺ τὸν ἔκαιγε. Τὸ ἴδιο ἔνοιωσε καὶ ὁ φίλος του, μὲ τὸν σταυρὸ ποὺ τοὔβαλε στὸ κεφάλι ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τὸν διαβάσει.

Δὲν εἴπανε τίποτε στὸ Γέροντα. Φιλήσανε τὸ χέρι του συγκλονισμένοι καὶ φύγανε.

- Ἕνας Γέροντας πνευματικὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, μᾶς εἶπε, πὼς τὴν ὥρα ποὺ συζητοῦσε μὲ τὸν π. Βησσαρίωνα στὸ δωμάτιό του, στὸ μοναστῆρι, τὸ δωμάτιο πλημύρισε ἀπὸ φῶς.

«Τί συμβαίνει»; τὸν ρώτησε ὁ πνευματικός.

Ὁ π. Βησσαρίων, πῆγε ὡς τὴν πόρτα καὶ γυρνόντας τοῦ εἶπε:

«Μᾶς ἐπισκέφθηκε ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μας, δὲν τὴν κατάλαβες»;

- Ἕνας ἄλλος πνευματικός, Ἀθηναῖος κι᾿ αὐτός, μᾶς εἶπε, πὼς ἦρθε κάποτε στὴ Λαμία, γιὰ νὰ μιλήσει σ᾿ ἕνα Ἱερατικὸ συνέδριο γιὰ τὴν ἐξομολόγηση. Περιμένοντας μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα, ν᾿ ἀρχίσει τὸ συνέδριο, ἔβλεπε τοὺς κληρικοὺς ποὺ προσκυνοῦσαν τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἔβγαιναν νὰ πάρουν τὶς θέσεις τους. Πέρασε ἀνάμεσά τους κι᾿ ἕνας Γέροντας κληρικός. Στὸ πέρασμά του ἔνοιωσε εὐωδία καὶ ρώτησε ποιὸς εἶναι; Εἶναι ὁ π. Βησσαρίων ὁ πνευματικὸς τοῦ ἀπάντησαν.

Πολλὲς φορὲς δέχονταν τὸν πόλεμο τοῦ σατανᾶ καὶ πάλευ μαζί του.

- Ἕνα βράδυ καθόμασταν ἔξω στὴ βεράντα τῆς μονῆς, μαζὶ μὲ παιδιὰ τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Λαμίας, ποὺ ἦλθαν στὸ μοναστῆρι γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ἀκούσαμε ξαφνικὰ τὸν π. Βησσαρίωνα μέσα στὸ δωμάτιό του, νὰ φωνάζει. Τρέχουμε ἀμέσως καὶ τὸν εἴδαμε νὰ εἶναι μαζεμένος κουβάρι στὴν κορυφὴ τοῦ κρεββατιοῦ του. Ἦταν ἀναστατωμένος, τὸ κορμί του ἔτρεμε.

«Τί σοῦ συμβαίνει Παπούλη»; τὸν ρώτησα.

«Νά παιδί μου», μοῦ εἶπε, καὶ μοῦ ἔδειξε τὴ γωνία τοῦ δωματίου.

«Ἐκεῖ εἶναι, ἕνα μαῦρο θηρίο, ποὺ μοῦ ἐπιτίθεται. Ὁρμάει καταπάνω μου καὶ μὲ φοβερίζει».

Καθίσαμε μαζί του κάμποση ὥρα. Ἡρέμισε σιγὰ-σιγά, τὸν καληνυκτίσαμε καὶ φύγαμε. Τὸ πρωΐ μὲ κάλεσε καὶ μοῦ εἶπε νὰ βρῶ δύο καλὰ ξύλα καὶ νὰ τοῦ φτιάξω ἕνα μεγάλο Σταυρό. Ἔφτιαξα ἕνα Σταυρό, καὶ τοῦ τὸν ἔδωσα.

«Θὰ τὸν βάλω στὸ προσκεφάλι μου μοῦ εἶπε, κι᾿ ἂς τολμήσει νὰ ξανάρθει τώρα ὁ πονηρός. Θὰ ὑψώσω τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μου καὶ θὰ φύγει».

Μέχρι ποὺ κοιμήθηκε, ἦταν σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς μονῆς μας, μὲ μεγάλη προσφορά.

Σὲ χρόνια δύσκολα, ποὺ ἡ φτώχεια βασάνιζε τὴ ζωὴ τῶν πατέρων στὸ μοναστῆρι, ὁ π. Βησσαρίων ἔβγαινε ἔξω στὸν κόσμο καὶ ξαναγύριζε φορτωμένος μὲ ἀγαθά, ποὺ μάζευε ἀπὸ τοὺς χριστιανούς.

Τότε ποὺ ἡ Γεωργικὴ Σχολὴ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος, ἀριθμοῦσε 80 μαθητές, ποὺ ἔπρεπε νὰ τραφοῦν καὶ νὰ ντυθοῦν καὶ ὅ,τι ἄλλο, ὁ π. Βησσαρίων ἔτρεχε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ μαζέψει τὰ ἀναγκαῖα, γιὰ νὰ μὴν πεινάσουν τὰ παιδιά.

Ἀργότερα, τὰ ἀγαθὰ ποὺ μάζευε, τὰ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς ποὺ συναντοῦσε στὴν περιοδεία του. Ἀκούραστος καὶ ἄκαμπτος στὶς δυσκολίες καὶ τὶς μεθοδεῖες τοῦ σατανᾶ, ὁ Γέροντας πότε μὲ ζέστη καὶ πότε μὲ κρύο, μάζευε ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου τοὔδινε καὶ τὰ πρόσφερε στοὺς ἔχοντας ἀνάγκη. Καὶ ἡ διακονία αὐτὴ χωρὶς διακοπή, τελείωσε μὲ τὸν θάνατό του.

Χιλιάδες οἰκογένειες ἀνακούφισε ὁ εὐλογημένος Γέροντας. Σπούδασε παιδιά, προίκισε κορίτσια.

Βοηθοῦσε ἀσθενεῖς.

Ἐνίσχυε πολλὲς ἐκκλησίες καὶ βοηθοῦσε τὰ ἱδρύματα.

Πολλοὶ χριστιανοί, μᾶς λένε, καὶ τὸ θεωροῦν ἰδιαίτερη εὐλογία αὐτό, πὼς κοιμήθηκε στὸ σπίτι τους, μιὰ καὶ δυὸ καὶ περισσότερες φορές. Κάποιοι ἀπ᾿ αὐτούς, κάνουν λόγο καὶ γιὰ θαυμαστὰ πράγματα ποὺ εἶδαν καὶ ἔζησαν μὲ τὸν Γέροντα.

- Σ᾿ ἕνα σπίτι στὴ Λοκρίδα, εἶδαν οἱ οἰκεῖοι τὸν π. Βησσαρίωνα τὴ νύκτα νὰ προσεύχεται στὸ δωμάτιό του γονατιστός, λουσμένον μέσα στὸ φῶς καὶ ὑψωμένον πάνω ἀπὸ τὸ πάτωμα τοῦ δωματίου.

Ἔχουμε ἀκούσει πολλὰ περιστατικὰ ποὺ μᾶς κάνουν νὰ πιστεύουμε, πὼς τὸν π. Βησσαρίωνα τὸν μετακινοῦσε πολλὲς φορές, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

Κάθε Δευτέρα καὶ Τρίτη, πήγαινε στὰ Νοσοκομεῖα τῆς Λαμίας. Ἀπὸ κρεβάτι σὲ κρεβάτι, ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς ἐξομολογοῦσε, καὶ τοὺς βοηθοῦσε.

Μᾶς διηγήθηκε κάποτε, πὼς στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Λαμίας, συνάντησε ἕναν βαρειὰ ἄρρωστο ἄνθρωπο μὲ προχωρημένο καρκίνο, σχεδὸν στὰ τελευταῖα του.

Πῆγε κοντά του, μᾶς εἶπε, καὶ κάθισε δίπλα του. «Τί κάνεις παιδί μου»; τὸν ρώτησε.

«Δὲν εἶμαι καλὰ Παπούλη, τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀσθενής, πεθαίνω».

«Παιδί μου, ἔχω ἕνα φάρμακο ποὺ θὰ σὲ κάνει καλά».

«Τί φάρμακο Παπούλη; Ὅλα τὰ πῆρα καὶ καμμιὰ ὠφέλεια δὲν εἶδα».

«Αὐτὸ τὸ φάρμακο ποὺ ἔχω ἐγώ, δὲν τὸ πῆρες. Θέλεις νὰ σοῦ τὸ φέρω»;

«Φέρτο μου Παπούλη».

Τὸν ἐξομολόγησε καὶ πῆγε καὶ τοῦ ἔφερε τὴν θεία κοινωνία. Ἀνασηκώθηκε ὁ ἀσθενής, ἔκαμε τὸν σταυρό του κλαίγοντας καὶ κοινώνησε.

«Παιδιά μου, μᾶς εἶπε, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔγινε καλά! Τελείως καλὰ καὶ πῆγε γερὸς στὸ σπίτι του».

Τὸ σῶμα του ἦταν ἀσθενικό. Προσβάλονταν εὔκολα ἀπὸ κρυολογήματα.

Στὰ 83 του χρόνια, πῆρε ἕνα γερὸ κρυολόγημα, ποὺ ἐξελίχτηκε σὲ πνευμονία. Νοσηλεύτηκε στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Λαμίας ἀρχικά, καὶ στὸ Νοσοκομεῖο «Σωτηρία» στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἡ κατάστασίς του ἐπιδεινώθηκε.

Ὕστερα ἀπὸ νοσηλεία δεκατριῶν ἡμερῶν, ἔχοντας παρὰ τὸ προσκεφάλαιό του ὅλες τὶς ἡμέρες, ἀκούραστον καὶ ἀνύστακτον τὸν Ἡγούμενον του π. Γερμανόν, ὁ π. Βησσαρίων, ὁ ἅγιος τῶν πτωχῶν καὶ τῶν βασανισμένων, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ.

Ὁ π. Γερμανός, στὸ μοναχολόγιο τῆς μονῆς γράφει:

Τὴν 22αν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἡμέραν Τρίτην καὶ περὶ ὥραν 4:30΄ ἀπογευματινήν, ὁ π. Βησσαρίων ἀφῆκεν τὴν τελευταῖαν πνοήν, παραδοὺς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, εἰς χεῖρας Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπὶ ἥμισυ καὶ πλέον αἰώνα, ὑπηρέτησε πιστὰ ὡς Ἱερεὺς καὶ πνευματικὸς πατήρ, ὁδηγήσας πολλὰς ψυχὰς εἰς τὸν παράδεισον... Ἀφῆκεν φήμην Ἁγίου!

Ἡ σορὸς τοποθετήθηκε στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, πρὸς προσκύνημα. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὸ πρωΐ, ἄρχισαν παρὰ τὸ δριμὺ ψύχος, εἶχε ἡ αὐλὴ 30 πόντους χιόνι, νὰ καταφθάνουν πάρα πολλὰ πνευματικὰ παιδιά του, γιὰ νὰ ἀποθέσουν τὸν σεβασμό τους καὶ τὴν εὐλάβειά τους, στὸν πνευματικό τους πατέρα.

Ὅλοι μὲ δάκρυα στὰ μάτια χαιρετοῦσαν τὸν πατέρα τους, τὸν Γέροντά τους, τὸν φροντιστή τους στὴ ζωή.

Ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ἐψάλη προεξάρχοντος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου μας Κυροῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος βαθύτατα συγκινημένος, τελείωσε τὴ μικρή του προσλαλιὰ μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Σήμερα χριστιανοί μου, κηδεύουμε ἕναν ἅγιο»!

Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας, τὸ σκῆνος μετεφέρθη, εἰς τὸν κάτωθι τῆς αὐλῆς τῆς μονῆς χῶρον, ὅπου τὰ βαπτιστήρια καὶ ἐναπετέθη εἰς νεοκατασκευασθέντα τάφον.

Ὁ θάνατος τοῦ π. Βησσαρίωνος, σκόρπισε μεγάλη λύπη μέσα στὸ μοναστῆρι μας.

Ὅλοι μας τὸν ἀναζητούσαμε παντοῦ.

Στενοχωρημένοι κι᾿ ἀμίλητοι, πηγαίναμε στὰ διακονήματά μας, χωρὶς νὰ φεύγει οὔτε στιγμὴ ἀπὸ τὸν νοῦ μας, ὁ καλός μας Παπούλης.

- Μιὰ μέρα, πρὶν τὸ σαρανταήμερο μνημόσυνο, μπῆκα στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ ἀπὸ τὴ νοτία πύλη καὶ βλέποντας πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἁγίας Τραπέζης, εἶδα στὸ ἀπέναντι παρεκκλήσιον τὸν π. Βησσαρίωνα ὁλοζώντανον.

Ἀγαλίασε ἡ ψυχή μου.

«Πάτερ μου», φώναξα, καὶ κινήθηκα πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, γιὰ νὰ πάω σιμά του. Ὅταν ἔφτασα, ὁ Παπούλης δὲν ἦταν ἐκεῖ!

- Μιὰ ἄλλη μέρα, ὁ Νίκος ποὺ εἶναι δόκιμος στὸ μοναστῆρι μας, μπῆκε στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ὅπου καὶ τὸ ἐξομολογητήριο ποὺ ἐξομολογοῦσε ὁ Γέροντας, καὶ εἶδε πάνω στὴνη καρέκλα του ἕνα λευκὸ περιστέρι.

Ἅπλωσε καὶ τὸ πῆρε στὰ χέρια του, χωρὶς αὐτὸ νὰ ταραχθεῖ καθόλου. Τὸ φίλησε στὸ κεφάλι καὶ βγῆκε ἔξω νὰ τὸ ἐλευθερώσει. Τὸ περιστέρι χάθηκε ἀπὸ τὰ χέρια του, χωρὶς νὰ ἀκουστεῖ τὸ φτερούγισμά του.

Πήγαμε στὸν Γέροντα Γερμανὸ καὶ τοῦ τὄπαμε, κι᾿ αὐτὸς μᾶς εἶπε, πὼς ἦταν ἡ ψυχὴ τοῦ Παπούλη.

Ὁ τάφος τοῦ π. Βησσαρίωνα, ἔγινε προέκταση τοῦ ἱεροῦ ναοῦ μας. Μετὰ τὴν πρωϊνὴ ἀκολουθία πηγαίναμε κάτω στὸν τάφο. Ἀνάβαμε τὸ καντηλάκι του, θυμιάζαμε καὶ προσευχόμασταν.

Ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν ἐν ζωῇ, εἴχαμε τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ π. Βησσαρίων εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κι᾿ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα μετὰ τὸν θάνατό του, ἐνισχύονταν μέσα μας μέρα μὲ τὴν μέρα πιὸ πολύ. Γονατίζαμε μπροστὰ στὸ τάφο του μὲ μεγάλο σεβασμὸ καὶ τὸν ἀσπαζόμασταν, ὅπως τὶς ἅγιες εἰκόνες.

Μιλούσαμε στοὺς ἐπισκέπτες γιὰ τὸν π. Βησσαρίωνα καὶ τὴ ζωή του, καὶ τοὺς προτρέπαμε νὰ πᾶνε στὸν τάφο του.

«Νὰ πᾶτε καὶ κάτω στὰ βαπτιστήρια, ἐκεῖ εἶναι ὁ τάφος ἑνὸς ἁγίου, νὰ τὸν προσκυνήσετε».

Χιλιάδες ἄνθρωποι αὐτὰ τὰ χρόνια κατέβηκαν στὸν τάφο καὶ κάποιοι ἀπ᾿ αὐτούς, ἄφηναν καὶ ἀφιερώματα. Σταυρούς, ἀλυσίδες, κ.ἄ. Αὐτὰ φυλάσσονται σήμερα σὲ εἰδικὴ προθήκη, ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὴν λάρνακα τοῦ ὁσίου.

Ὑπῆρξαν καὶ αὐτοί, ποὺ μᾶς μίλησαν γιὰ θαυμαστὰ πράγματα.

- Ἕνας ἱερέας ἀνέβηκε στὸ μοναστῆρι μὲ κάποιους συγγενεῖς του. Προσκύνησαν τὴν Παναγία καὶ τὸν Ὅσιο Ἀγάθωνα καὶ μετὰ κατέβηκαν στὸν τάφο. Ἐκεῖ ὁ καλὸς ἱερέας θέλησε νὰ διαβάσει ἕνα τρισάγιο στὸν Παπούλη. Φόρεσε τὸ πετραχῆλι, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶδε πὼς εἶχαν σωθεῖ τὰ καρβουνάκια εἶπε:

«Πάτερ, συγχώρεσέ με ποὺ θὰ διαβάσω χωρὶς θυμίαμα».

Ἄρχισε τὸ τρισάγιο καὶ ὅταν ἔψαλλε τὸ «μετὰ πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων...», ὁ τάφος τοῦ Γέροντα μοσχοβόλησε ἀπὸ μόνος του!

Εἰς τὸν τάφον, τὸ σῶμα τοῦ π. Βησσαρίωνα, ἔμεινε 15 χρόνια, 1 μήνα καὶ 9 ἡμέρες.

Ποτὲ δὲν πέρασε ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας ἡ σκέψη γιὰ ἐκταφή του. Ἀντιθέτως, βλέποντας τὶς ἐκδηλώσεις σεβασμοῦ καὶ τιμῆς τόσων ἀνθρώπων πρὸς τὸν τάφον τοῦ Γέροντος, σκεπτόμασταν αὐτὸ τὸ χῶρο, μέσα στὸν ὁποῖον ἦταν ὁ τάφος, νὰ τὸν μεγαλώσουμε καὶ νὰ τὸν μετατρέψουμε σὲ μικρὸ ναό.

Ὅμως ὅταν ἦλθε ὁ καιρὸς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἀντιστηρίξεως τῆς Ἱ. Μονῆς εἰς τὴν ἀνατολικὴν πλευρά της, λόγῳ τῶν κατολισθητικῶν φαινομένων ποὺ παρουσιάζονταν στὸ ἔδαφός της, ὅπου καὶ ὁ τάφος τοῦ π. Βησσαρίωνα, οἱ ὑπηρεσίες τῆς Νομαρχίας Φθιώτιδος μᾶς ὑπέδειξαν πὼς γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀντιστήριξη τοῦ μοναστηριοῦ μὲ τρόπο σωστὸ καὶ σίγουρο, θὰ πρέπει νὰ κατεδαφιστοῦν τὰ κτίρια ποὺ βρίσκονταν πίσω ἀπ᾿ τὸν Ἱ. Ναό, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα ἦταν καὶ τὰ βαπτιστήρια μὲ τὸν τάφο τοῦ Γέροντα.

Ἀρχικὰ ἀντιδράσαμε, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπαρκῇ ἐξήγηση καὶ ἐπιμονὴ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν, πεισθήκαμε πὼς ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνει καὶ ζητήσαμε πρὸς τοῦτο τὴν ἔγκρισιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας.

Θὰ κάναμε λοιπὸν τὴν ἐκταφὴ τοῦ π. Βησσαρίωνος. Μεγάλο γεγονὸς γιὰ τὸ μοναστῆρι μας καὶ ἔπρεπε νὰ προετοιμασθοῦμε.

Πήγαμε στὴ Μακρακώμη σ᾿ ἕνα γνωστό μας ξυλουργὸ καὶ τὸν παρακαλέσαμε νὰ φτιάξει ἕνα κιβώτιο ἀπ᾿ τὸ καλλίτερο ξύλο ποὺ εἶχε, γιὰ νὰ βάλουμε μέσα τὰ ὀστᾶ τοῦ π. Βησσαρίωνα. Ὁ ξυλουργός, χάρηκε ἰδιαίτερα ποὺ ἀξιωνόταν αὐτὸς νὰ φτιάξει τὸ κιβώτιο τοῦ Γέροντα, τὸν ὁποῖο ἐσέβετο παιδιόθεν.

Κάποια μέρα ἐνῶ κατεσκεύαζε τὸ κιβώτιο, μπῆκε στὸ ξυλουργεῖο του ἕνας ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως.

«Τί κάνεις ἐκεῖ»; Ρώτησε τὸν ξυλουργό.

«Φτιάχνω τὸ κιβώτιο, στὸ ὁποῖο θὰ βάλουν τὰ ὀστᾶ τοῦ π. Βησσαρίωνα», τοῦ εἶπε μὲ χαρά.

«Ἄδικα παιδεύεσαι», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἱερεύς.

«Ὁ π. Βησσαρίων θὰ χρειασθεῖ Λάρνακα»!

Κρατᾶμε τὸ κιβώτιο στὸ μοναστῆρι, ἀφοῦ ὁ καλὸς Θεός μας, δικαίωσε τὴν πίστη τοῦ καλοῦ Μακρακωμίτη Ἱερέα.

Περιμέναμε μιὰ καλὴ μέρα, γιατὶ ἔκανε πολὺ κρύο, γιὰ νὰ κάνουμε τὴν ἐκταφή.

Ἡ καλὴ μέρα ἦταν ἡ 3η Μαρτίου τοῦ 2006. Μιὰ ἠλιόλουστη μέρα, πραγματικὰ λαμπρή, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνει γιὰ τὸ μοναστῆρι μας, ἀκόμα λαμπρότερη.

Κάναμε τὴν πρωϊνή μας ἀκολουθία καὶ μετὰ πήγαμε στὸ ἀρχονταρίκι. Μόλις βγῆκε ὁ ἥλιος, σηκωθήκαμε καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὴν ἐκταφή.

«Πατέρες καὶ ἀδελφοί, τοὺς εἶπα.

Πορευόμεθα πρὸς τὸν τάφον τοῦ Γέροντος, ὡς εἰς Ἅγιον»!

Κατεβήκαμε στὸν τάφο, διαβάσαμε τὸ τρισάγιο καὶ ἕνας-ἕνας προσκυνούσαμε καὶ φιλούσαμε τὸν τάφον. Μὲ ἕνα «κασμᾶ», ἀρχίσανε τὰ παιδιὰ νὰ ἀφαιροῦν τούβλα ἀπὸ τὴν πρόσθια πλευρὰ τοῦ τάφου. Ὅταν βγῆκαν τὰ πρῶτα τούβλα, εἴδαμε μέσα τὸ φέρετρο τοῦ π. Βησσαρίωνος «ἄφθαρτο», καὶ ἐντυπωσιαστήκαμε. Μιὰ εὐωδία ἁπλώθηκε σ᾿ ὅλο τὸ χῶρο. Κι᾿ αὐτὴ ἡ εὐωδία παρέμεινε στὸ τάφο καὶ τὴν αἰσθάνθηκαν χιλιάδες προσκυνητὲς ποὺ ἦρθαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Γέροντα.

Σιγὰ-σιγὰ βγάλαμε τὸ φέρετρο ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο καὶ κλειστὸ ὅπως ἦταν, τὸ μεταφέραμε στὸ νέο νεκροταφεῖο τῆς μονῆς, γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο, νὰ συλλέξουμε τὰ ὀστᾶ τοῦ Γέροντα.

Σηκώνοντας τὸ σκέπασμα τοῦ φερέτρου, εἴδαμε πὼς τὸ σάβανο τοῦ Παπούλη ἦταν ἄθικτο, καινούργιο, ὅπως τὸ βάλανε οἱ πατέρες, τότε στὴ ταφή!

Μὲ προσοχὴ ἀφαιρέσαμε τὸ σάβανο καὶ τὸν ἀέρα ποὺ σκέπαζε τὸ πρόσωπό του καὶ τότε εἴδαμε τὸ σῶμα τοῦ Γέροντα ὁλόκληρον, ἄφθαρτον καὶ εὐωδιάζον! Θεέ μου, αὐτὸ ποὺ νοιώσαμε ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν περιγράφεται μὲ λόγια. Τὸ κορμί μας ἔτρεμε ὁλόκληρο, τὰ γόνατά μας λύγισαν ἀπὸ μόνα τους. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια, προσκυνήσαμε τὸ ἱερὸ σκήνωμα, μὲ ἔκδηλη τὴ χαρὰ στὰ πρόσωπά μας.

Σηκώσαμε ἐν συνεχείᾳ τὸ φέρετρο καὶ τὸ βάλαμε μέσα στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ κοιμητηρίου, μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη.

Ἔσπευσα καὶ τηλεφώνησα στὸν Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλω τὴν μεγάλη εἴδηση.

Ὁ Δεσπότης μας, συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν εἴδηση, ἔφθασε πολὺ γρήγορα στὸ μοναστῆρι μας. Βαθύτατα συγκινημένος προσκύνησε τὸ σκήνωμα τοῦ Γέροντα καὶ διάβασε τρισάγιον.

Μὲ ἐντολή του, μεταφέραμε τὸ φέρετρομ εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὸ σκευοφυλάκειο τῆς μονῆς, πρὸς προσωρινὴν φύλαξίν του.

Ὁ Μητροπολίτης μας μὲ σύνεση καὶ σωφροσύνη, χειρίστηκε τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός, ἀποσπάσας καὶ δικαίως τὸν ὑπὸ πάντων ἔπαινον!

Ἐνημέρωσε μὲ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσίν του, τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ὀνόμασε τὸ γεγονὸς αὐτό, «Σημεῖον τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Δεσπότης μας, λίγες μέρες πρὶν τὴν γιορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀνακοίνωσε στοὺς χριστιανοὺς τὴν μεγάλη εἴδηση ἡ ὁποία ὅπως ἦταν φυσικό, συγκλόνισε τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα καὶ διὰ τῶν Μ.Μ.Ε., ἔφτασε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.

Ἐπὶ δύο μῆνες, τηλεοράσεις καὶ ραδιόφωνα, εἶχαν ὡς κύριο θέμα συζητήσεώς των, τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονός, ποὺ συνέβηκε στὸ μοναστῆρι τοῦ ὁσίου Ἀγάθωνα.

Εἰπώθηκαν πολλὰ θετικά, ἀκούστηκαν καὶ ἀσέβειες. Ὁ καθένας βλέπετε, χρεώνεται μὲ τὰ λόγια του.

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, συγκλόνισε ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Τὸ ὄνομα τοῦ ταπεινοῦ Ἀγαθωνίτη Γέροντα, ἔγινε παγκόσμιο ἄκουσμα. Καὶ ἡ βραχνὴ-ἀδύναμη φωνούλα του, «παγκόσμια φωνή».

Τὸ σκήνωμα τοῦ Γέροντα τοποθετήθηκε, σὲ παρεκκλήσιο τοῦ Καθολικοῦ, ὅπου παραμένει μέχρι σήμερα, δεχόμενο τὸν σεβασμὸ τῶν πιστῶν.

Πολλὰ γράμματα ἔφτασαν στὸ μοναστῆρι μας, ἐξιστοροῦντα θαύματα ποὺ ἔκανε καὶ κάμνει, ὁ π. Βησσαρίων σὲ πολλοὺς συνανθρώπους μας!

Χριστιανοὶ ἀπ᾿ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὄχι μόνον, ἦλθαν στὸ μοναστῆρι τοῦ Ἀγάθωνα γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ ἀποθέσουν τὸ σεβασμό τους στὸ σκήνωμα τοῦ π. Βησσαρίωνα.

Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἡγούμενοι καὶ Γερόντισσες μοναστηριῶν μὲ τὶς συνοδείες τους, Ἱερεῖς καὶ Μοναχοὶ ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικό. Κύπριοι, Ἱεροσολυμῖτες, Ρῶσοι, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι καὶ ἄλλοι πατέρες ἦρθαν νὰ προσκυνήσουν τὸν ταπεινὸ ἐργάτη τοῦ «Κυριακοῦ Ἀμπελώνα».



Σεβαστό μου ἀκροατήριο!



Ὑπακούοντας στὸ κάλεσμα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἐδέσσης κ. Ἰωήλ, ἦρθα ἐδῶ σήμερα νὰ σᾶς εἰπῶ ὀλίγα ἀπ᾿ ὅσα εἶδα καὶ ἔζησα εἴκοσι σχεδὸν χρόνια κοντὰ στὸν Γέροντα Βησσαρίωνα, στὸ μοναστῆρι τοῦ Ὁσίου Ἀγάθωνος.

Νοιώθω ὅμως, πὼς δὲν σᾶς εἶπα τίποτα καὶ αἰσθάνομαι ἀμηχανία γιαυτό. Θέλω νὰ μὲ πιστέψετε, πὼς ἀδυνατῶ ἐγὼ ὁ μικρὸς καὶ ἄσημος νὰ προσεγγίσω τὸ ἀσύληπτο μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ π. Βησσαρίωνα.

Δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ἀνθρώπινο μυαλό, τὸ ἔργο ποὺ ἔκανε ὁ π. Βησσαρίων χωρὶς σταματημὸ σ᾿ ὅλη του τὴ ζωή. Ζοῦσε μόνο γιὰ τοὺς πάσχοντες συνανθρώπους του.

Ἂν γιὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ ἐπιστρέφει στὸ Θεό, γίνεται μεγάλη χαρὰ στοὺς οὐρανούς, πόση χαρὰ ἀλήθεια σκόρπισε στὰ οὐράνια, ὁ εὐλογημένος Γέροντας, μὲ τὶς ἀμέτρητες ψυχὲς ποὺ ἔστειλε μὲ τὸ πετραχῆλι του στὸν παράδεισο!

«Γίνε, παιδί μου μοναχός, μοὔλεγε πολλὲς φορές, καὶ θὰ δεῖς τί ἔχει ὁ π. Βησσαρίων γιὰ σένα».

Ἐγὼ σὰν παιδὶ τότε, νόμιζα πὼς ἴσως ἔχει φυλαγμένες Ἱερατικὲς στολὲς καὶ Σταυροὺς νὰ μοῦ δώσει.

Ποτὲ ὅμως, δὲν εἶχα φανταστεῖ, πὼς θὰ χάριζε στὸ εὐλογημένο μοναστῆρι μας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ταπεινῆς μου Ἡγουμενίας, τὸ ἴδιο του τὸ ἱερὸ σκήνωμα, ὁλόκληρον, ἄφθαρτον καὶ εὐωδιάζον, ὡς θησαύρισμα μέγιστον καὶ παντοτινὴ εὐλογία.





Ἀδελφοί μου,



Ἂς γονατίσουμε νοερὰ μπροστὰ στὸ σκήνωμα τοῦ π. Βησσαρίωνα, γιὰ νὰ ἀποθέσουμε τὸν σεβασμό μας καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ πρεσβεύει γιὰ τὰ σπίτια μας, τὴ κοινωνία μας καὶ τὴν πατρίδα μας, ποὺ δεινῶς χειμάζονται στοὺς ἔσχατους καιρούς. Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι, πὼς ὁ καλὸς Παπούλης μας, θὰ ἀκούσει τὶς προσευχές μας.



Σᾶς εὐχαριστῶ!

Πηγή: http://www.imepa.gr/esoterika/drastiriotites/1monastikiimerida/Eisigisisperilipsis/p.Damaskinos.htm
Διαβάστε περισσότερα...

 
Free Cross ani Cursors at www.totallyfreecursors.com